Ο γύρος της Ισλανδίας: Ημέρα Τρίτη

Ξυπνήσαμε σχετικά νωρίς το άλλο πρωί. Στην κουζίνα του hostel μας περίμεναν βάφλες (προσφορά της ιδιοκτήτριας του hostel) μαζί με μαρμελάδα. Ετοιμάσαμε γι’ ακόμη μια φορά τα πράγματα μας – δεν είχαμε βγάλει και πολλά έξω από τις βαλίτσες – κι αφού φάγαμε τις βάφλες στο πόδι, κατεβήκαμε στον κάτω όροφο να παραδώσουμε τα κλειδιά του δωματίου μας. Η ιδιοκτήτρια έμεινε άφωνη όταν μας είδε να βάζουμε τις βαλίτσες στο αμάξι. “Μα καλά, τελευταίοι ήρθατε χθες το βράδυ και πρώτοι φεύγετε σήμερα το πρωί;” είπε χαμογελώντας και μάλλον μαντεύοντας ήδη με ποιους είχε να κάνει. “Έχουμε τόσα πολλά να κάνουμε και να δούμε” της είπα επιβεβαιώνοντας τις υποψίες της. Την ευχαριστήσαμε για τις βάφλες και μας ευχήθηκε καλό δρόμο.

“Πάμε μια βόλτα στο χωριό;” ρώτησα τον άντρα μου. “Τι θες να δεις;” αναρωτήθηκε εκείνος αφού αυτό δεν ήταν μες το πρόγραμμα μας. “Να δω λίγο την περιοχή. Αφού διανυκτερεύσαμε εδώ, δε θες να ξέρεις τι σόι πράγμα είναι αυτό το Djúpivogur;”. Ο ήλιος έλαμπε αλλά το κρύο ήταν τσουχτερό. Ο άντρας μου πρότεινε να δούμε το χωριό με το αμάξι. Κοίταξα προς τον κατηφορικό δρόμο που έβγαζε στη θάλασσα. Τον παρακάλεσα να πάμε μέχρι το τέλος του δρόμου με τα πόδια και μετά αν κρυώναμε, θα μπαίναμε στο αμάξι. Μου έκανε το χατίρι και πήραμε την κατηφόρα, παρατηρώντας τα όμορφα σπίτια που βλέπαμε δεξιά κι αριστερά μας. Ο δρόμος από το hostel έβγαζε ουσιαστικά στο λιμάνι της περιοχής – το οποίο δεν έχει καμία σχέση με τα μεγάλα άσχημα λιμάνια άλλων χωρών. Χαζέψαμε το τοπίο που γι’ άλλη μια φορά μας έπαιρνε τα μυαλά και βγήκαμε τις απαραίτητες φωτογραφίες. Φορούσα φούτερ μπλούζα και απολάμβανα τη βόλτα αλλά ο άντρας μου δεν αισθανόταν καλά με την υγρασία που ένιωθε και ζήτησε να γυρίσουμε πίσω. Μπήκαμε στο αμάξι και αποφασίσαμε να κάνουμε τον γύρο του χωριού.

Σε μια στροφή εντοπίσαμε ένα μαγαζί που δε θα το παρατηρούσαμε αν δεν κόβαμε βόλτες πάνω-κάτω. Ένα μικρό καφέ-εστιατόριο, το Vid-Voginn, το οποίο είχε 3 ξύλινα τραπέζια απ’ έξω κι ένα μικρό διαμορφωμένο πάρκινγκ στο πλάι του. Η θέα από το “μπαλκόνι” του μαγαζιού ήταν το κάτι άλλο. Βλέπετε, βρισκόταν σε ύψωμα και η θέση του πρόσφερε ιδιαίτερο πλεονέκτημα σε όσους ήθελαν να το παίξουν παρατηρητές της γύρω περιοχής.

Ο άντρας μου πρότεινε στάση για πρωινό. “Είσαι σίγουρος;” τον ρώτησα. Είχαμε δυο ώρες δρόμο πίσω, για να βρούμε τη λίμνη με τα παγόβουνα. Εκείνος με διαβεβαίωσε πως είχαμε αρκετό χρόνο στη διάθεση μας ενώ τόνισε πως καλύτερο θα ήταν να τρώμε τις ώρες μας σε τέτοια ωραία σημεία απολαμβάνοντας ένα ωραίο γεύμα, παρά να γυρνάμε άσκοπα μήπως κατά τύχη βρούμε κάτι καλό να μας αρέσει. Δεν χρειάστηκε πολύ για να με πείσει. Μπήκαμε μέσα κι αφού παραγγείλαμε δυο σάντουιτς και δυο ροφήματα, βγήκαμε έξω και καθίσαμε σ’ ένα ξύλινο τραπεζάκι. Η επόμενη περίπου μία ώρα κύλισε με γέμισμα όλων των αισθήσεων. Γι’ ακόμη μια φορά είπαμε πόσο υπέροχη είναι η Ισλανδία με τις μικρές πόλεις και τους απόμακρους οικισμούς της οι οποίοι σε κάποια στροφή μπορεί να κρύβουν θησαυρούς. Και γι’ ακόμη μια φορά ένιωσα ευγνώμων που ζούσα εκείνη τη στιγμή, κοιτώντας αυτό το τοπίο. Η ζωή ήταν καλή μαζί μου.

Λίγο πριν μπούμε στο αμάξι κατευθυνθήκαμε στο μαγαζί με τα σουβενίρ απέναντι ακριβώς από το εστιατόριο που καθίσαμε. Στα ράφια του βρήκαμε ό,τι μπορούσαμε και δεν μπορούσαμε να διανοηθούμε ότι υπάρχει σχετικά με την Ισλανδία. Εγώ τσίμπησα ένα όμορφο μενταγιόν, αφού ο άντρας μου επέμενε να το αγοράσω καθώς με είδε για ώρα να το γλυκοκοιτάζω.

Φύγαμε με κατεύθυνση τη λίμνη Jökulsárlón. Στο δρόμο κάναμε 1-2 στάσεις για να φωτογραφίσουμε κάτι πανέμορφα τοπία με μεγάλους βράχους και παραλίες με βότσαλα και σκούρη άμμο. Ένα απ’ αυτά μου θύμισε την περιοχή των βράχων του Moher της Ιρλανδίας, κι αυτό απλά το έκανε ακόμα πιο σαγηνευτικό. Τραβήξαμε τις απαραίτητες φωτογραφίες, παίξαμε με τη θάλασσα και το κύμα που έδειχνε κι αυτό πρόθυμο να παίξει μαζί μας και μετά από την αποθήκευση κάποιων εικόνων στο κεφάλι μας, συνεχίσαμε τη διαδρομή σας. Μετά από συνολικά δυο ώρες οδήγηση φτάσαμε στην λίμνη των παγόβουνων, στην περίφημη Jökulsárlón.

Αρκετές μέρες πριν πετάξουμε για Ισλανδία είχα κάνει κράτηση για βαρκάδα μες τη λίμνη. Προτίμησα να πάμε με φουσκωτή βάρκα (zodiac tour) και όχι σε βάρκα amphibium (η οποία διέθετε ρόδες για την ξηρά αλλά και εξοπλισμό για το νερό). Η περιγραφή έλεγε πως μέσα σε φουσκωτή βάρκα θα νιώθαμε πιο κοντά στα παγόβουνα, θα φτάναμε μέχρι και να τ’ αγγίξουμε, οπότε είπα να κλείσω την πιο “άμεση” εμπειρία.

Βγάλαμε τις απαραίτητες φωτογραφίες με το υπέροχο τοπίο, πήραμε τα σουβενίρ μας απ’ το τοπικό μαγαζί κι έπειτα πλησιάσαμε στο τροχόσπιτο που θα μαζευόταν και το υπόλοιπο γκρουπ για να μπούμε στις βάρκες. Μια χαμογελαστή ξανθιά Ισλανδή άνοιξε την πόρτα του ειδικά διαμορφωμένου λυόμενου κι αφού μάζεψε τα αποκόμματα των εισιτηρίων μας, άρχισε να μοιράζει φόρμες σε όλους μας. Οι φόρμες μας ήταν ολόσωμα σωσίβια και ταυτόχρονα θερμομονωτικές στολές καθώς το κρύο μέσα στη λίμνη ήταν τσουχτερό -δεν το ξέραμε, το διαπιστώσαμε λίγο αργότερα.

Ντυμένοι σαν πυροσβέστες ή αστροναύτες (ή ό,τι προτιμάει η φαντασία του καθενός) πήραμε το μονοπάτι που θα μας οδηγούσε στις φουσκωτές – zodiac – βάρκες. Μπήκαμε περίπου 8 άτομα σε κάθε βάρκα και ξεκινήσαμε αυτό που τελικά αποδείχτηκε ανάλογο ενός extreme sport. Η μηχανή πήρε μπροστά κι εμείς αρχίσαμε να τρέχουμε σαν τρελοί κόβοντας βόλτες πάνω-κάτω, μπροστά-πίσω πλησιάζοντας τόσο τα μικρά παγόβουνα, όσο και τον μεγάλο παγετώνα. Η βόλτα μας ήταν έντονη, τα παγόβουνα που βλέπαμε ήταν το ένα πιο εντυπωσιακό από το άλλο ενώ με κατάπληξη διαπιστώναμε πως σχεδόν κανένα παγόβουνο δεν έμοιαζε με το προηγούμενο. Ο πάγος είναι πραγματικά ένα θαυμάσιο υλικό για φυσικά γλυπτά.

Η βόλτα κράτησε περίπου μία ώρα κατά την οποία εγώ ένιωθα την παλάμη μου να πονάει και τα δάχτυλα μου να κοκκινίζουν όλο και περισσότερο από το σφιχτό κράτημα που έκανα, καθώς πιανόμουν από δυο σκοινιά με τον συνεχή φόβο να μην εκτιναχτώ από τη βάρκα που έτρεχε. Ο οδηγός της βάρκας έβλεπε τα ψαρωμένα βλέμματα όλων και μάλλον το διασκέδαζε, παρά συμμεριζόταν την ανησυχία μας. Σε κάποια στάση που έκανε για να βγάλουμε μερικές φωτογραφίες στα κοντινά παγόβουνα άρχισε να μας εξηγεί πόσων χιλιάδων ετών ήταν κάποιοι παγωμένοι όγκοι που βλέπαμε, ενώ μέσα από τη λίμνη “ψάρεψε” ένα μικρό “παγόβουνο”, στο μέγεθος ενός μωρού και μας το “πρόσφερε” για να βγάλουμε φωτογραφίες μ’ αυτό. Όπως μας είπε ήταν ένα κομμάτι πάγου 1000 ετών το οποίο σύντομα θα έλιωνε. Τόσο εγώ όσο και ο άντρας μου το πήραμε με θαυμασμό στα χέρια μας και το θαυμάσαμε παρά την επώδυνη επαφή των γυμνών δαχτύλων μας μαζί του.

Ξεκινήσαμε να τρέχουμε γι’ ακόμη μια φορά με τη βάρκα νιώθοντας τον παγωμένο αέρα να κόβει τα μάγουλα μας σαν ξυράφι. Οι θερμομονωτικές φόρμες αποδεικνύονταν σωτήριες για τα σώματα μας, καθώς η θερμοκρασία γύρω μας άγγιζε ιδιαίτερα χαμηλές θερμοκρασίες, αλλά τα πρόσωπα μας που ήταν αφύλαχτα τραβούσαν μεγάλο ζόρι.

Λίγο πριν το τέλος της βόλτας μας ακούσαμε ένα μεγάλο κρακ και στην συνέχεια μια εκκωφαντική “γρατζουνιά” που κάλυψε κάθε ήχο σε όλη τη λίμνη. Ο οδηγός έβαλε μπρος τη μηχανή και έτρεξε προς το μέρος που ακουγόταν αυτός ο θόρυβος. Κι εκεί είχαμε την ευκαιρία να δούμε ένα παγόβουνο να σπάει σε μικρότερα κομμάτια. Η όλη υπόθεση κράτησε μερικά δευτερόλεπτα, αλλά ο οδηγός μας ξεκαθάρισε πως αυτά τα δευτερόλεπτα τύχης δεν τα είχαν όλοι οι επισκέπτες που θα έκαναν βόλτα στη λίμνη. Τα επόμενα λεπτά παρατηρούσαμε τα νέα κομμάτια πάγου που είχαν πέσει στη λίμνη μετά τον διαμελισμό, να ανεβοκατεβαίνουν πάνω-κάτω στην επιφάνεια του νερού μέχρι να “καθίσουν” και να μετατραπούν σε νέους σταθεροποιημένους παγωμένους όγκους.

Κάπου εκεί η βόλτα μας τελείωσε και η βάρκα μας έφτανε στη στεριά. Οι τελευταίες φωτογραφίες που τραβήξαμε μας έδειχναν με χρώμα βυσσινί στα πρόσωπα μας, σημάδι πως όλο το αίμα μας προσπαθούσε να ζεστάνει αυτιά, μύτες, μάγουλα που είχαν παγώσει. Επιστρέψαμε στο λυόμενο μας και παραδώσαμε τις στολές μας στη χαμογελαστή κοπέλα. Μας πήρε λίγη ώρα να συνέλθουμε απ’ την έντονη βόλτα, τη διαφορά θερμοκρασίας λίμνης-ξηράς, το σφίξιμο πάνω στα σκοινιά της βάρκας. Είχαμε, δεν είχαμε το κάναμε το extreme sport μας κι εκείνη τη μέρα!

Ήταν προχωρημένο μεσημέρι, ξεκάθαρα ώρα φαγητού και μη βλέποντας τίποτε ιδιαίτερα αξιόλογο για φάγωμα στις τοπικές καντίνες, αποφασίσαμε να πάμε στην κοντινότερη μεγάλη πόλη Hofn, για φαγητό και πιο συγκεκριμένα για αστακό! Ο άντρας μου είχε σταμπάρει ένα συγκεκριμένο εστιατόριο όταν την προηγούμενη μέρα σε μια λάθος στροφή που πήραμε ψάχνοντας βενζινάδικο, μπήκαμε μες την πόλη και περάσαμε τυχαία μπροστά απ’ το μαγαζί. Ήξερα ότι εκεί θα ήθελε να πάμε.

Μία ώρα μετά μπαίναμε στο Hofn και παρκάραμε κοντά στο εστιατόριο Humarhofnin. Απ’ το εξωτερικό του μαγαζιού κιόλας δε θα ‘χετε αμφιβολία πως μπαίνετε σε μαγαζί για να φάτε φρέσκα θαλασσινά. Το εσωτερικό του εστιατορίου του δίνει μια εικόνα πολύ γκουρμέ, κλασσάτου μαγαζιού, μα πιστέψτε με, τον αστακό θα τον φάτε με τα χέρια και με ειδικά “εργαλεία” για να σπάτε τα διάφορα σκληρά κομμάτια, ενώ θα φοράτε ποδιά μπροστά στο λαιμό σας (αυτή που λέμε “σαλιάρα” για τα μωρά). Η όλη εμπειρία είναι μοναδική, χωρίς αμφιβολία! Προς το τέλος του γεύματος σας το μαγαζί θα σας προσφέρει βραστή, αποστειρωμένη πετσέτα για να καθαριστείτε καλά. Μην την πιάσετε όσο αχνίζει, πραγματικά θα τσουρουφλιστείτε.

Πέρα από τον αστακό που σας προτείνω να τιμήσετε παρά την αντικειμενικά ακριβή τιμή του, σας προτρέψω να δοκιμάσετε κι άλλα ψάρια όπως σολομό, νορβηγικό μπακαλιάρο ή γαρίδες. Γενικά θα έχουν να σας προτείνουν πολλά πιάτα ημέρας ανάλογα με το τι φρέσκο φέρανε οι ψαράδες λίγες ώρες πριν. Εξάλλου, όπως μάθαμε, το Hofn είναι η πρωτεύουσα του αστακού και των θαλασσινών στη Βόρεια Ισλανδία! Τέλος, μην παραλείψετε να δοκιμάσετε την μπύρα Viking, μια απολαυστική lager καθώς και την εντελώς τοπική Vatnajokull, μια κόκκινη πιο αρωματική μπύρα.

Φύγαμε από το Hofn μ’ εμένα να τραγουδάω αφού είχα πιει περίπου ένα λίτρο μπύρα μόνη μου (μας φέρανε μια μισόλιτρη κατά λάθος, χωρίς να την έχουμε παραγγείλει και τελικά μας την κεράσανε, οπότε λυπήθηκα να μην την τιμήσω!) ενώ ο άντρας μου είχε πιει ελάχιστα καθώς οδηγούσε. Μετά από οδήγηση 3 περίπου ωρών και μικρές στάσεις για να θαυμάσουμε ονειρεμένα τοπία, βρεθήκαμε κοντά στο Εγκίλσταδιρ, στην πόλη Seyðisfjörður, ένα μεγάλο λιμάνι της βόρειας Ισλανδίας. Τολμώ να πω εκ των υστέρων πως ήταν η πιο όμορφη επαρχιακή πόλη που είδαμε όσο κάναμε τον γύρο της χώρας.

Αφού βρεθήκαμε στο κατάλυμα μας κι αφήσαμε τα πράγματα μας, βγήκαμε μια βόλτα. Η ώρα ήταν περασμένες 10 το βράδυ αλλά με τον άντρα μου είχαμε υπερένταση και θέλαμε να βγούμε να περπατήσουμε. Ήδη η γαλάζια εκκλησία που έβλεπα απ’ το παράθυρο μου και τα γύρω σπίτια μου έλεγαν πως είχα να δω κι άλλα όμορφα σ’ αυτή τη μικρή πόλη. Πράγματι δεν χρειάστηκε να περπατήσουμε πάνω από δέκα λεπτά πριν μείνουμε μ’ ανοιχτό στόμα κοιτώντας τα μοναδικά όμορφα σπίτια των ντόπιων κατοίκων, ενώ όταν αντικρίσαμε τη λίμνη της πόλης νόμιζα πως έβλεπα πίνακα ζωγραφικής. Ήταν ο συνδυασμός των ψηλών βουνών, των λίγων σπιτιών και του όμορφου νυχτερινού νερού που γέμιζε τα μάτια μας ομορφιά και μ’ έκανε να σκεφτώ πως εδώ έχουμε ένα καθαρά “ελβετικό” τοπίο. Πάω στοίχημα πως και τώρα αν δείξω σ’ Ελβετό μια φωτογραφία αυτού του τοπίου ισχυριζόμενη πως το συγκεκριμένο μέρος βρίσκεται εντός Ελβετίας, θα γίνω απολύτως πιστευτή.

Κάναμε μια απολαυστική βόλτα περίπου μιας ώρας, γυρνώντας μέσες-άκρες την πόλη (ο γύρος της λίμνης βοηθάει σ’ αυτό). Το κρύο όμως είχε αρχίσει να γίνεται ενοχλητικό, οπότε πήραμε σιγά-σιγά τον δρόμο για το σπίτι. Σε δυο τοπικές μπυραρίες στο μικρό κέντρο της πόλης πολλοί Ισλανδοί πίνανε, γελούσανε, φωνάζανε, τραγουδούσαν… σαν Έλληνες. Γι’ ακόμη μια φορά συνειδητοποίησα πως όλοι οι Βορειο-Ευρωπαίοι δεν είναι ένα πράγμα. “Είσαι να πιούμε μια μπύρα;” είπα στον άντρα μου. Εκείνος κοίταξε τους Ισλανδούς με τα μακό μπλουζάκια να πίνουν παγωμένες μπύρες στις αυλές των μαγαζιών και αυτόματα ανατρίχιασε. “Δεν μπορώ να διανοηθώ πως με τέτοια ψύχρα θα πιω κάτι δροσιστικό. Νιώθω πως θ’ αρρωστήσω” μου είπε τελικά. Εγώ εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα πως μες τις βαλίτσες μας είχαμε ένα μπουκάλι λευκή τεκίλα, αγορασμένη από το αεροδρόμιο. Ένα σφηνάκι σίγουρα θα μας ζέσταινε. Έπιασα τον άντρα μου αγκαζέ κι επιστρέψαμε σπίτι.

Advertisements

4 σκέψεις σχετικά με το “Ο γύρος της Ισλανδίας: Ημέρα Τρίτη

  1. Χαίρομαι Φανή μου που αναγνωρίζεις πόσο τυχερή υπήρξες που γνώρισες αυτή τη χώρα, βλέπεις δεν φτάνει να περνά κανείς καλά, αλλά και να το αναγνωρίζει!
    Χίλια μπράβο και στα δυο σας και ευχαριστώ για την άψογη και χορταστική (αστακός) ξενάγηση! 😛

    ΑΦιλάκια από μια εξαιρετικά ζεστή και υγρή Ελλάδα!

  2. ΜελαμψοςΤοξότης

    Σχεδόν κρύωσα…
    Δεν νομίζω ότι θα μπορουσε να υπάρξει καλυτερη περιγραφή, με εβαλες στο ταξίδι σας μεσα, σαν να ήμουν δίπλα σας.

    Μονο που εγώ θα έπινα την μπύρα στο τελος χαχαχαχα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s