Ραμπάτ: Η χαμηλών τόνων πρωτεύουσα του Μαρόκου

20160701_180752

20160701_125222Στο Ραμπάτ φτάσαμε μεσημέρι Παρασκευής μετά από ένα καλό, δυναμωτικό γεύμα στο Venezia Ice στο σταθμό των τρένων του Φεζ (αν σας δοθεί η ευκαιρία δοκιμάστε το club sandwich ή τη φρουτοσαλάτα τους και θα με θυμηθείτε). Κλασσικά με “petit taxi” φτάσαμε στο ξενοδοχείο μας τ’ οποίο βρισκόταν πολύ κοντά σε πολλά σημαντικά αξιοθέατα της πόλης. Μπήκαμε στο δωμάτιο μας, τακτοποιηθήκαμε και γρήγορα βγήκαμε για βόλτα στην πόλη, να προλάβουμε να δούμε πράγματα πριν νυχτώσει.

20160701_182227Η Παλιά Μεδίνα του Ραμπάτ ήταν μερικές εκατοντάδες βήματα μακριά. Καταμεσήμερο, ώρα πλήρους αιχμής και καλά-καλά δε μπορούσαμε να περπατήσουμε απ’ τον κόσμο που βλέπαμε. Η συγκεκριμένη Μεδίνα ήταν πολύ διαφορετική απ’ όλες τις άλλες που είχαμε δει ως τώρα: εντός των τειχών απλωνόταν σαν μια μεγάλη αγορά που έφτανε μέχρι το μοντέρνο κέντρο της πόλης με τα ψηλά κτίρια και τις φαρδιές λεωφόρους με τα τραμ, τα λεωφορεία, τα ακριβά αμάξια. Πρώτη φορά που περπατούσαμε μέσα σε Μεδίνα και δε μας σταμάτησε ούτε ένας άνθρωπος για να μας πουλήσει κάτι, να μας κάνει παζάρια. Οι πωλητές εκεί έμοιαζαν αυτάρκεις, μάλλον δεν είχαν μάθει να κυνηγάνε τουρίστες καθώς δεν πρέπει να ήταν και πολλοί αυτό που ερχόντουσαν προς το Ραμπάτ για τουρισμό. Έτσι το εμπόριο και η κάθε λογής συναλλαγές βασίζονται στους ντόπιους, στο εσωτερικό εμπόριο και όχι στην “ελεημοσύνη” των ξένων. Έτσι όσο στην αρχή μας παραξένεψε τ’ ότι κοιτούσαμε ανενόχλητοι βιτρίνες χωρίς κάποιον να μας απευθύνει το λόγο, τόσο στην πορεία μας άρεσε γιατί απολαμβάναμε τη βόλτα μας χωρίς παρεμβάσεις.

20160701_190543

Μετά τον περίπατο μας στη Μεδίνα κατηφορίσαμε την αριστερή πύλη του παραθαλάσσιου νεκροταφείου (Cimetière As-Shouhada) του Ραμπάτ με στόχο να φτάσουμε τη θάλασσα, το σημείο που η παραλία του Ραμπάτ μοιάζει να φτάνει απ’ το ένα άκρο της πόλης στο άλλο. Το τοπίο ήταν κάτι παραπάνω από γοητευτικό με τα μεγάλα βράχια να τα βρέχει και να τα σμιλεύει συνεχώς η θάλασσα δίνοντας 20160701_190342τους στο βάθος των χρόνων διαφορετικά σχήματα. Η φωτογραφική μηχανή μου πήρε φωτιά και καθώς άρχισε να σουρουπώνει ήταν μαγεία το να στέκεται κανείς κοντά στη θάλασσα. Προχωρήσαμε αριστερά, κατά μήκος της παραλίας, εκεί που τα βράχια άρχισαν πάλι να ενώνονται με την παλιά πόλη. Τα κτίρια κατά μήκος της παραλίας είναι παλιά, πολλά είναι κακό-συντηρημένα ενώ άλλα είναι πλήρως εγκαταλελειμμένα. “Τι θέλουν να φτιάξουν εδώ;” αναρωτήθηκα κι ο σύντροφος μου απάντησε: “Μεγάλα παραθαλάσσια ξενοδοχεία τα οικόπεδα των οποίων θ’ αγοραστούν για ένα κομμάτι ψωμί”. “Ίσως” σκέφτηκα και συνέχισα να προχωράω ένα χωμάτινο μονοπάτι δίπλα στην παραλία.

20160701_195336Στο δρόμο για το ξενοδοχείο συνειδητοποιούσαμε πως το Ραμπάτ είναι μια κανονική – σχεδόν ευρωπαϊκή – πόλη που σχεδόν σε τίποτα δε θυμίζει τη Φεζ ή το Μαρακές. Εδώ βλέπαμε πολυκατοικίες, μοντέρνα σούπερ-μάρκετ, μπουτίκ και εστιατόρια εντελώς δυτικού τύπου. Δε μας χαλούσε, ήταν μια αλλαγή σε όσα είχαμε δει ως τώρα αλλά μέσα μας ξέραμε πως οι τουρίστες δεν προτιμούν να έρχονται στην πρωτεύουσα του Μαρόκου ακριβώς γιατί το μεγαλύτερο κομμάτι της είναι αρκετά τσιμεντωμένο και εξευρωπαϊσμένο σε σχέση με άλλες πόλεις.

Τ’ ότι η πόλη δεν είναι και τόσο φιλική κι ευέλικτη με τους τουρίστες το καταλάβαμε και κατά την αναζήτηση ενός εστιατορίου γύρω στις 8 το βράδυ. Λόγω Ραμαζανιού είχαν καθίσει οι πάντες να φάνε και σε πολλά εστιατόρια η κουζίνα είχε ήδη κλείσει και όχι, δε θα ξανάνοιγε αργότερα. Βρεθήκαμε να περπατάμε και πάλι μες την Παλιά Μεδίνα σκεφτόμενοι πως δε μπορεί, κάτι θα βρίσκαμε ανοιχτό. Κάποιο μαγαζί θα πωλούσε φαγητό τώρα, όχι σε 2-3 ώρες. 20160701_203729Ένα ταχυφαγείο που έμοιαζε ανοιχτό φάνηκε σαν όαση στα μάτια μας ενώ η προθυμία του νεαρού υπαλλήλου να μας εξυπηρετήσει μας έκανε να νιώσουμε πως επιτέλους κάποιος σ’ αυτή την πόλη είχε φιλόξενα αισθήματα προς τους τουρίστες που δε ζητούσαν πολλά: Απλά ήθελαν να κάτσουν κάπου για φαγητό! Βέβαια η ποιότητα φαγητού που μας σερβιρίστηκε δεν ήταν η καλύτερη, μα εξαιτίας της πείνας που είχαμε εκείνη τη στιγμή δε δώσαμε και πολλή σημασία. Ένα μόνο θα πω: Η σαλάτα νισουάζ σε Μαροκινή βερσιόν λέει πολύ!

Κουρασμένοι αλλά ευτυχώς με γεμάτο στομάχι κάναμε μια βόλτα μες τη Μεδίνα που πλέον είχε γεμίσει κόσμο και φωτισμένα μαγαζιά (οι μαγαζάτορες ξεκινούσαν τη βραδινή βάρδια ενόψει Ραμαζανιού). Αγοράσαμε μόνο δυο μεγάλα μπουκάλια εμφιαλωμένο νερό και κατευθυνθήκαμε προς το ξενοδοχείο μας.

Την άλλη μέρα ξεκινήσαμε γεμάτοι όρεξη να πάρουμε γαλλικό πρωινό κι έπειτα να κάνουμε τη μεγάλη βόλτα, τη σωστή ξενάγηση στην πόλη. Στόχος μας ήταν ως το τέλος της ημέρας να δούμε τα μεγάλα μνημεία της πόλης και το βράδυ να καταλήξουμε σ’ ένα καλό εστιατόριο όπου θα τρώγαμε φαγητό της προκοπής.

20160702_150544

Εκείνη την ημέρα μπορώ να πω πως ρίξαμε αρκετό περπάτημα. Απ’ το ξενοδοχείο μας πήραμε το δρόμο για το Παλάτι του Ραμπάτ (Royal Palace of Rabat) αφού πρώτα μπήκαμε για τα καλά στην πόλη και διασχίσαμε λεωφόρους, περάσαμε μέσα από παλιά τείχη της πόλης (τα οποία μας θύμισαν κάπως τα περίφημα Κάστρα στην Άνω Πόλη της Θεσσαλονίκης) και προσπεράσαμε το σταθμό των τρένων του Ραμπάτ (μα ήμασταν τόσο κοντά τελικά απ’ το ξενοδοχείο;). Στόχος μας βέβαια δεν ήταν το Παλάτι – το οποίο – ούτως ή άλλως – μόνο απ’ έξω θα μπορούσε να το δει κανείς – αλλά το Chellah, η αρχαία νεκρόπολη – μαυσωλείο του Ραμπάτ που πλέον λειτουργούσε ως μεγάλος κήπος. Απ’ τα μεγάλα τείχη της νεκρόπολης είχε κανείς την ευκαιρία – μεταξύ άλλων – ν’ απολαύσει τη μαγευτική θέα της κοιλάδας Bou Regreg την οποία διασχίζει ο ομώνυμος ποταμός ο οποίος εκβάλλει στον Ατλαντικό.

20160702_151111Αφιερώσαμε λίγο παραπάνω από μια ώρα να περπατάμε τα αρχαία χαλάσματα. Απ’ τις επιγραφές προσπαθούσαμε να καταλάβουμε πότε στεκόμασταν σε περιοχή στην οποία υπήρχαν παλιοί βασιλικοί τάφοι και πότε σε τμήμα της πόλης που κάποτε εδώ υπήρχαν χαμάμ ή άλλα κτίρια στα οποία διέμεναν μέλη της βασιλικής οικογένειας. Βγάλαμε τις απαραίτητες υπέροχες φωτογραφίες και αποφασίσαμε να το πάρουμε με τα πόδια όλο ευθεία για το κέντρο της πόλης. Ουσιαστικά περπατήσαμε απ’ το νότιο τμήμα του Ραμπάτ που σχεδόν δεν αποτελούσε κατοικημένη περιοχή πίσω στις κατοικημένες ζώνες με στόχο να βρούμε δυο ακόμη σημαντικά μνημεία που θέλαμε 20160702_160038οπωσδήποτε να δούμε. Ήμασταν στην καρδιά του μεσημεριού κι ευτυχώς είχαμε καπέλα κι αντηλιακά μαζί μας. Δυστυχώς δεν κουβαλούσαμε πολύ νερό αλλά μετρήσαμε τις δυνάμεις μας και ξέραμε πως μέχρι το κέντρο της πόλης θα την παλεύαμε με τη ζέστη και χωρίς πολλή ενυδάτωση. Και πραγματικά παρά την έντονη ηλιοφάνεια, προχωρήσαμε κατά μήκος του περιφερειακού δρόμου, μια μεγάλη ευθεία, και είχαμε τη τύχη να θαυμάσουμε την άπλετη φύση γύρω μας συνδυασμένη με τα ίχνη του Ραμπάτ που όσο προχωρούσαμε έκανε και πιο αισθητή την παρουσία του.

20160702_162318

Πλησιάζαμε στην περιοχή των μεγάλων μνημείων της πόλης κι εκεί γύρισα και είπα στο σύντροφο μου πως με την πρώτη ευκαιρία θα έπρεπε ν’ αγοράσουμε νερό – σημάδι πως είχα αρχίσει να σκάω απ’ τη ζέστη. Ξέχασα για λίγο τη δίψα μου όταν αντικρίσαμε στα εκατό μέτρα μπροστά μας το Οικογενειακό Μαυσωλείο του Μοχάμεντ V (Mausoleum of Mohammad V) και τον Πύργο του Χασσάν (Hassan Tower) ίσως τα δυο πιο γνωστά μνημεία της πόλης. Έξω απ’ το Μαυσωλείο υπήρχαν φρουροί όμως οι τέσσερις πόρτες προς όλα τα σημεία του ορίζοντα ήταν ανοιχτές και βλέπαμε λίγους ανθρώπους να μπαινοβγαίνουν μέσα απ’ αυτές. Ακολουθήσαμε το παράδειγμα τους και μπήκαμε στο εντυπωσιακό κτίσμα τ’ οποίο ουσιαστικά αποτελούταν από ένα τετράγωνο ενιαίο μπαλκόνι και τους τάφους κάτω στο κέντρο αυτού του μπαλκονιού. 20160702_163153Τράβηξα φωτογραφίες τόσο εντός όσο κι εκτός του μνημείου και γρήγορα προχωρήσαμε μερικά μέτρα μακριά προς τον Πύργο του Χασσάν. Το συγκεκριμένο μνημείο προορίστηκε κάποτε να γίνει ο υψηλότερος μιναρές του κόσμου, αλλά ποτέ δεν ολοκληρώθηκε η κατασκευή του. Παράλληλα με αυτό διακόσιες κολώνες κατασκευάστηκαν που θ’ αποτελούσαν τη βάση του μεγάλου τζαμιού. Πλέον το όλο έργο παραμένει μισοτελειωμένο, πλάι στο Μαυσωλείο του Μοχάμεντ V να θυμίζει τις επιθυμίες για την πραγματοποίηση ενός φιλόδοξου ονείρου που τελικά δεν έγινε πράξη.

20160702_165044Κατηφορίσαμε απ’ τα μεγάλα μνημεία καθώς είδαμε θάλασσα στα δεξιά μας. Μέσα σε λίγα λεπτά βρεθήκαμε στη μια όχθη του ποταμού Bou Regreg με τα μεγάλα σκάφη δεμένα κατά μήκος του ποταμού και παραδίπλα παιδάκια να κάνουν βουτιές μες το νερό και τουρίστες να επιχειρούν θαλάσσια σπορ. Προχωρήσαμε προς το ύψωμα όπου ξέραμε πως βρίσκεται η Kasbah des Oudaias, η παλιά ακρόπολη του Ραμπάτ η οποία προσφέρει μια καταπληκτική θέα προς τη θάλασσα. Η δίψα και η πείνα άρχισαν να μας βασανίζουν. Δε θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε ακόμη πολύ, έπρεπε να ενυδατωθούμε και να πάρουμε ενέργεια άμεσα. Αποφασίσαμε να στρίψουμε μες τη Μεδίνα αριστερά με σκοπό να επιστρέψουμε το απόγευμα πάλι στην παραλιακή οδό. Ευτυχώς γρήγορα βρήκαμε πέρα από ένα μαγαζί για ν’ αγοράσουμε μαγνητάκια ψυγείου και σελιδοδείκτες κι ένα ψιλικατζίδικο απ’ το οποίο πήραμε κάτι γλυκό (ώστε η ζάχαρη να μας δώσει άμεση ενέργεια) και δυο μπουκάλια παγωμένο νερό τα οποία σχεδόν αδειάσανε στα επόμενα δέκα λεπτά.

Η Παλιά Μεδίνα έδειχνε να μην έχει ακόμη πολλή ζωή παρά το γεγονός ότι ήταν προχωρημένο μεσημέρι. Δε θέλαμε να έχουμε άδειο στομάχι ως το βράδυ, θέλαμε να τσιμπήσουμε κάτι. Κι όμως κανένα εστιατόριο δε φαινόταν έτοιμο να σερβίρει φαγητό, κανένας εστιάτορας δεν είχε βγάλει τραπέζια έξω απ’ το μαγαζί του. Από τύχη ή σύμπτωση βρεθήκαμε έξω απ’ το ίδιο ταχυφαγείο που είχαμε δειπνήσει το προηγούμενο βράδυ. Σκεφτήκαμε πως δε χάναμε τίποτα και είπαμε να κάνουμε μια ερώτηση. Το μαγαζί ολοφάνερα δεν ήταν ακόμη έτοιμο να εξυπηρετήσει πελάτες κι όμως ο ευγενικός νεαρός υπάλληλος που μας εξυπηρέτησε χθες δέχτηκε να μας ετοιμάσει δυο σάντουιτς να τα πάρουμε πακέτο. Την ώρα που τον πληρώναμε διαπιστώσαμε κιόλας πως μας είχε τηγανίσει και μια μερίδα πατάτες χωρίς να μας ρωτήσει. Τόσο πεινασμένοι κι απελπισμένοι φαινόμασταν; Δεν ξέραμε, πάντως για όλη την προθυμία και την καλή του διάθεση του αφήσαμε γερό φιλοδώρημα.

Η σιέστα στο ξενοδοχείο αποδείχτηκε σωτήρια και πλήρως ανανεωτική. Μετά το φαγητό κι ένα δροσερό ντους χαλαρώσαμε για 3-4 ώρες στα καθαρά σεντόνια πριν βγούμε για την τελευταία μας βραδινή βόλτα στο Ραμπάτ.

20160702_215326Κατευθυνθήκαμε απ’ το ξενοδοχείο στην παραλία κι απ’ το παραθαλάσσιο νεκροταφείο το πήραμε όλο δεξιά. Η Kasbah des Oudaias μας περίμενε και ήθελα να φτάσω εκεί και να βγάλω φωτογραφίες πριν νυχτώσει. Πήραμε την ανηφόρα για την παραθαλάσσια ακρόπολη και καθώς πλησιάζαμε είχα την ευκαιρία να βγάλω κάτι απίστευτες φωτογραφίες του νεκροταφείου. “Μα ποιος σκέφτηκε να τοποθετήσει νεκροταφείο δίπλα στην παραλία;” αναρωτήθηκα φωναχτά. “Είναι πολύ εντυπωσιακό, δεν έχω ξαναδεί κάτι τέτοιο στη ζωή μου αλλά και πάλι, γιατί;”. Ο άντρας μου επειδή πάντα έχει να δώσει μια έξυπνη απάντηση ακόμη και στους πιο 20160702_215606παράλογους προβληματισμούς μου απάντησε ήρεμα: “Και γιατί όχι; Η ζωή είναι μικρή και όλοι θα πεθάνουμε. Αυτό πρέπει να το θυμούνται οι άνθρωποι, να μην το ξεχνούν ποτέ. Για κοίτα…” μου είπε δείχνοντας μου την πλαζ στην οποία ζευγαράκια και νεαρές οικογένειες είχαν αρχίσει να μαζεύονται περιμένοντας τη δύση του ηλίου. “Χαίρονται τη ζωή μπροστά στη θάλασσα, δίπλα από ένα νεκροταφείο. Η ύπαρξη αυτού του νεκροταφείου τους βοηθάει να τη χαίρονται πιο συνειδητοποιημένα”. Δεν το ‘χα σκεφτεί ποτέ αυτό αλλά αυτή η σκέψη μου φάνηκε λογική. Αν πάρουμε ως δεδομένο το γεγονός πως πολλοί από εμάς δεν εκτιμάμε το δώρο της ζωής και τις ευκαιρίες που μας δίνονται για να ζήσουμε καλά, τότε αναμφίβολα τα σπίτια όλων μας θα ‘πρεπε να ‘χουν θέα νεκροταφεία. Για να μην ξεχνάμε, να μη θεωρούμε ποτέ πως όλα τελείωσαν. Θα τελειώσουν όταν βρεθούμε απ’ την άλλη μεριά του νεκροταφείου, αλλά όσο είμαστε ακόμα απ’ έξω πρέπει να το παλέψουμε.

20160702_220614Μακάβριες ή όχι αυτές οι σκέψεις μ’ έκαναν να μελαγχολήσω ευχάριστα εκείνη τη στιγμή. Μπήκα μες την ακρόπολη Kasbah des Oudaias και η αλήθεια είναι πως δε χρειάστηκε πάνω από 10 λεπτά για να ρίξουμε μια ματιά στα σοκάκια της και μετά να βρεθούμε στο μεγάλο “μπαλκόνι” της απ’ όπου είχαμε θέα τον Ατλαντικό και σχεδόν όλο το Ραμπάτ. Ο ήλιος έδυσε, οι Μαροκινοί επιτέλους τρώγανε, ήμασταν σχεδόν μόνοι σ’ εκείνο το ύψωμα και νιώθαμε κάθε λεπτό το σκοτάδι να πέφτει πυκνό. Η αίσθηση της πόλης από ‘κει ψηλά αυτή τη βραδινή ώρα ήταν όνειρο! Δεν ήθελα να φύγω, θα μπορούσα να κάτσω εκεί μέχρι να ξημερώσει. Τράβηξα αρκετές φωτογραφίες ενώ με τον άντρα μου συζητούσαμε για τη διαφορετική ατμόσφαιρα του Ραμπάτ και για τη φυσική ομορφιά του που ακόμη δεν είχαν καταστρέψει με τα μεγάλα υπέρ-πολυτελή ξενοδοχεία και τις ευρωπαϊκού τύπου επενδύσεις.

20160702_220835

Κοιτούσα τα φώτα της πόλης, κάποιους δρόμους που είχα περπατήσει νωρίτερα, τα πλοία απέναντι στη μαρίνα και τα ελάχιστα πολύ ψηλά κτίρια που είχαν ιδιαίτερο φωτισμό. “Πάμε;” άκουσα κάποια στιγμή τον συνοδό μου να με ρωτάει και συνειδητοποίησα πως πραγματικά δε μπορούσα να μείνω εκεί για πάντα. 20160702_215916Προχωρήσαμε προς την έξοδο ενώ παρατηρούσαμε τον πρώτο κόσμο να βγαίνει έξω απ’ τα σπίτια του μετά το δείπνο του Ραμαζανιού. Συνειδητοποιήσαμε πως ήταν η ώρα και για το δικό μας δείπνο. Αφού περάσαμε μέσα από τους Ανδαλουσιανούς κήπους” (Andalusian Gardens) στα δεξιά της ακρόπολης κατεβήκαμε κάτω προς την παραλία.

20160702_223816Απ’ τη μεσημεριανή βόλτα μας το είχαμε σταμπάρει κι έτσι με γοργό βήμα κατευθυνθήκαμε προς αυτό. Ήταν το καράβι bar-restaurant Le Dhow” τ’ οποίο είχε ανοίξει τα φώτα και τα πανιά του και υποδεχόταν κόσμο. Δεν ήμασταν πολύ καλά ντυμένοι για δείπνο αλλά είπαμε να το ρισκάρουμε. Τελικά συνειδητοποιήσαμε πως πολλοί ακόμα με απλό, καθημερινό ντύσιμο και χαλαρή διάθεση απ’ την παραλία έρχονταν για δείπνο κι έτσι δεν αισθανόμασταν πια οι μόνοι πρόχειρα ντυμένοι. 20160702_224212Παραγγείλαμε ένα ωραίο ροζέ κρασί Μαρόκου, το Sahari” ενώ νιώθαμε πως ήταν η ώρα για θαλασσινά! Δε θα σας πω πολλά, θα σας πω μόνο πως τα ψαρικά ήταν ολόφρεσκα και ο τρόπος μαγειρέματος υποδειγματικός. Το συγκεκριμένο εστιατόριο είχε ευρωπαϊκές τιμές αλλά η ποιότητα όσων φάγαμε τις δικαιολογούσε απόλυτα! 20160702_232638Επίσης, το γεγονός ότι παραγγείλαμε και δεύτερο μπουκάλι κρασί στην πορεία μάλλον σήμαινε πως περνούσαμε ωραία και δε θέλαμε να φύγουμε. Κι όντως αργά το βράδυ με πολύ αργά βήματα (ένεκα του φαγητού και του ποτού) αλλά με πολύ ανεβασμένη διάθεση (και δεν έφταιξε μόνο το κρασί!) προχωρήσαμε μες την Παλιά Μεδίνα με κατεύθυνση προς το ξενοδοχείο μας. Η αγορά έσφυζε από ζωή και όλοι τώρα ενδιαφέρονταν να πουλήσουν. Ο άντρας μου από ‘κει που δεν το περιμέναμε βρήκε ένα υπέροχο ζευγάρι δερμάτινα καλοκαιρινά παπούτσια κι επειδή δεν έλεγε να το φιλοσοφήσουμε πολύ, τα δοκίμασε και τ’ αγόρασε ταχύτατα.

“Χρειαζόμαστε νερό. Οπωσδήποτε” του είπα καθώς προχωρούσαμε στα σοκάκια της Μεδίνα. Απ’ το πρώτο παντοπωλείο που πετύχαμε πήραμε ένα μεγάλο παγωμένο μπουκάλι κι εκεί αποφασίσαμε πως η βόλτα έπρεπε να λάβει τέλος γι’ απόψε. Την άλλη μέρα, νωρίς το πρωί τσιμπήσαμε κάτι στο ξενοδοχείο κι έπειτα αναχωρήσαμε για Καζαμπλάνκα.

5 thoughts on “Ραμπάτ: Η χαμηλών τόνων πρωτεύουσα του Μαρόκου

  1. Παράθεμα: Ραμπάτ: Η χαμηλών τόνων πρωτεύουσα του Μαρόκου | Oxtapus *blueAction

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s