«Ρίγος” της Maggie Stiefvater

20160516_113834

Πριν λίγο τελείωσα το “Ρίγος”, το ρομάντζο φαντασίας που βρισκόταν για χρόνια στη βιβλιοθήκη μου (πέντε-έξι αν μετράω καλά) και τ’ οποίο τώρα αξιώθηκα να διαβάσω. Ήταν δώρο ενός πρώην μου για τα γενέθλια μου (αν ο άντρας μου διαβάζει του στέλνω την αγάπη μου!) και παρ’ όλο που τότε τα βιβλία με λυκανθρώπους και βρυκόλακες ήταν πολύ στη μόδα, εντούτοις εγώ προτίμησα να το αφήσω σε μια άκρη της βιβλιοθήκης μου και ν’ ασχοληθώ μ’ άλλα βιβλία (Ας μην ξεχνάμε πως τότε βιβλία σαν το “Λυκόφως” είχαν κατακλύσει την αγορά οπότε πολλοί σαν εμένα βιώναμε έναν κάποιο κορεσμό ως προς την ανάγνωση βιβλίων παρόμοιας θεματολογίας). Τελικά φέτος και παραμονές εξετάσεων που ήθελα να διαβάσω κάτι σχετικά ελαφρύ και όχι πολύ απαιτητικό, έπιασα το βιβλίο με το ασπρόμαυρο εξώφυλλο ξέροντας πως είχε έρθει η δικιά του η ώρα.

Αντί πρώτων σχολίων θέλω να δώσω κατευθείαν τη γενική μου εντύπωση για το “Ρίγος”: Μου άφησε πολύ ανάμεικτα συναισθήματα. Με άλλα λόγια, δεν το μίσησα αλλά δεν το λάτρεψα κιόλας. Στο Good Reads θα του βάλω τρία αστεράκια ακριβώς γιατί βρίσκομαι κάπου στη μέση μαζί του. Ας εξηγήσω λίγο αναλυτικότερα τι μου άρεσε και τι δεν άντεξα.

Το βιβλίο καταρχάς έχει ενδιαφέρον σενάριο. Παρ’ όλο που είναι χιλιοειπωμένο (πάλι λυκάνθρωποι, πάλι έρωτας με άνθρωπο πρωταγωνίστρια και πρωταγωνιστή ένα “καταραμένο” ον που θα ήθελε όμως να ζήσει ανθρώπινα) εντούτοις θα μπορούσε με τους συμπαθητικούς ήρωες του να γίνει πολύ καλό αν η συγγραφέας δεν έκανε αυτή την τεράστια κοιλιά στα μισά του βιβλίου κι αν το βιβλίο είχε στόχο. Η Maggie Stiefvater είναι καλή στο γράψιμο της (μερικές περιγραφές της είναι πραγματικά πολύ δυνατές) αλλά θέλησε ολοφάνερα να γράψει ένα πολύ μεγάλο βιβλίο (400 και βάλε σελίδες) για να παρουσιάσει ουσιαστικά μια πολύ απλή ιστορία χωρίς ιδιαίτερη δράση, χωρίς συνεχόμενες ανατροπές ικανές να τραβήξουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη, χωρίς στόχο στην πλοκή της όπως είπα και πριν. Το βιβλίο μετά τα πρώτα κεφάλαια γίνεται βαρετό γιατί δεν έχει προδιαγεγραμμένη πορεία απ’ τη συγγραφέα. Δε θέλει να σε πάει κάπου. Σε αφήνει να παρακολουθείς την πορεία της σχέσης δυο ανθρώπων οι οποίοι ουσιαστικά είναι σπίτι-σχολείο και σχολείο-σπίτι (η πρωταγωνίστρια μας τελειώνει το λύκειο) και μεταξύ τους δε γίνεται τίποτα το υπερβολικά αξιοσημείωτο. Προσπάθησα ειλικρινώς να θεωρήσω σημαντικές τις μεταξύ τους συζητήσεις αλλά τις περισσότερες φορές έπιανα τον εαυτό μου να χασμουριέται. Η δε μεταξύ τους έλξη που συχνά-πυκνά αναφέρεται στην αφήγηση ως κάτι δεδομένο, ασυγκράτητο και πάντα παρόν, δεν διαφαίνεται απ’ τον τρόπο που μιλούν και συμπεριφέρονται μεταξύ τους. Γι’ αυτό ίσως και η νύχτα που αυτοί οι δυο κάνουν έρωτα είναι εντελώς απρόσμενη τόσο για τους ίδιους τους ήρωες όσο και για τον ίδιο τον αναγνώστη! Συμβαίνει μετά την επίσκεψη τους σ’ ένα ζαχαροπλαστείο(!) απ’ το οποίο αγοράζουν σοκολάτες και μπισκότα και η όλη εισαγωγή σ’ αυτό μοιάζει αρκετά γλυκανάλατη. Ευτυχώς η καθεαυτή ερωτική σκηνή είναι παραδόξως πολύ αξιοπρεπής και σέξι αν και αρκετά “σεμνή” για να ταιριάζει στα standards της youth λογοτεχνίας. (Ασχέτως αν οι έφηβοι ξέρουν περισσότερα για το σεξ κι απ’ τη θεία μου που έκανε τρεις γάμους).

Κάτι ακόμα που μ’ ενόχλησε αρκετά ήταν πως η ιστορία είχε σημαντικές αποκλίσεις από τη λογική (και δεν αναφέρω ως επιχείρημα την ύπαρξη λυκανθρώπων). Ακόμη κι αν κάποιος γράφει για μυθικά τέρατα και περίεργα όντα, εφόσον εξακολουθεί να έχει ήρωες ανθρώπους τους οποίους επιμένει να παρουσιάζει σαν κανονικούς, καθημερινούς πρέπει να μπορεί να υποστηρίξει αυτόν τον ισχυρισμό. Τ’ ότι οι γονείς της Γκρέις για παράδειγμα είχαν εμφανώς “γραμμένο”το παιδί τους δεν δικαιολογεί το πως δέχτηκαν τόσο εύκολα έναν άγνωστο 18χρονο άντρα να μπαινοβγαίνει ανενόχλητο στο σπίτι τους, ούτε υποστηρίζει επαρκώς τ’ ότι για μήνες αυτός ο άγνωστος άντρας κοιμόταν στο δωμάτιο του παιδιού τους μες το ίδιο τους το σπίτι χωρίς να τον πάρουν ποτέ είδηση. Ακόμη η πολυήμερη εξαφάνιση της φίλης της Γκρέις, της Ολίβια και η όλη αντίδραση κι αντιμετώπιση της κατάστασης από τη βασική ηρωίδα μας και την άλλη φίλης τους, τη Ρέτσελ, δε δείχνει ακριβώς φίλες, αλλά άτομα χωρίς ενσυναίσθηση που θα τρέξουν να βρουν ένα πτώμα αφού πρώτα μυρίσει κι ας ανήκει στην καλύτερη τους φίλη. Αλλά απ’ την άλλη, και η φίλη τους αποδεικνύει πόσο “γραμμένες” της έχει όταν πολύ καθυστερημένα φανερώνει τι της έχει συμβεί από τότε που εξαφανίστηκε, αλλά δεν έχει αρκετά καλά επιχειρήματα για να τεκμηριώσει γιατί δε μίλησε νωρίτερα σ’ αγαπημένα της πρόσωπα, εφόσον μάλιστα βρισκόταν σε κίνδυνο. Με λίγα λόγια: Η γυναικεία φιλία σε όλο της το μεγαλείο!

Μακράν πιο βασικό λάθος της συγγραφέως είναι πως μιλάμε για ένα βιβλίο με λυκανθρώπους, αγέλες, ζωή στο δάσος και μετά από 400 και βάλε σελίδες δεν έχουμε παρά ελάχιστες πληροφορίες για τη ζωή αυτών των μυθικών όντων. Πώς ζουν, πως συμβιώνουν, τι συμβαίνει όταν παύουν να μεταμορφώνονται από λύκοι σε άνθρωποι. Δίδονται αποσπασματικά κάποιες πληροφορίες αλλά τίποτα βαθύ, πιστευτό. Στα μισά του βιβλίου όλα δείχνουν πως ένας θηλυκός λυκάνθρωπος είναι νεκρός. Στην πορεία το πτώμα εξαφανίζεται και στο τέλος έχουμε τον θηλυκό λύκο ολοζώντανο να κοιτάει την πρωταγωνίστρια. Στο ενδιάμεσο καμιά εξήγηση, καμιά περαιτέρω παρένθεση, οι πρωταγωνιστές απλά ξεχνούν πανεύκολα τα γεγονότα και συνεχίζουν τη ζωούλα τους.

Στα θετικά μπορώ να βάλω τα τελευταία κεφάλαια τα οποία επιτέλους υπέδειξαν κάποιο στόχο, ο οποίος ήταν η ύπαρξη θεραπείας ώστε οι λυκάνθρωποι να παραμένουν άνθρωποι και να μην μεταμορφώνονται σε λύκοι. Η Stiefvater φαίνεται πως εκεί που βαριόταν φρικτά το ίδιο της το βιβλίο, τελικά συνήλθε κάπως και έδωσε λίγο νεύρο και σασπένς στις τελευταίες της περιγραφές κι έτσι λίγο έσωσε την κατάσταση. Επίσης, στο φινάλε κάνει καλή ανατροπή αν και πάλι το τελειώνει απότομα.

Σε γενικές λοιπόν γραμμές το βιβλίο είχε δυνατότητες αλλά δεν πήγε όπως θα ‘πρεπε να πάει. Ναι, υπήρχε μια βάση, το οικοδόμημα όμως δε γοήτευσε και δεν ενέπνευσε – τουλάχιστον εμένα. Δεν ξέρω αν στα επόμενα βιβλία της σειράς η ιστορία γίνεται πιο ενδιαφέρουσα, με περισσότερη συνοχή και καλύτερη αφήγηση αλλά θεωρώ πως αν θέλεις να κάνεις κάποιον να διαβάσει όλα σου τα βιβλία πρέπει πρώτα να ‘χεις γράψει ένα πολύ καλό πρώτο βιβλίο.

Readathon2016: Βιβλίο με 1 μόνο λέξη στον τίτλο

3 thoughts on “«Ρίγος” της Maggie Stiefvater

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s