Το αγαπημένο μου άρθρο αυτή την εβδομάδα (11 έως 17/7/2015)

week's goodyΜακράν το ωραιότερο άρθρο που διάβασα αυτή την εβδομάδα ήταν το διήγημα «Φέτα πορτοκάλι» το οποίο ανέβασε στο μπλογκ του «ΤΑΞΙΔΙΑ ΜΕ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΛΕΞΕΙΣ» ο Charis Mavros. Σε μια εποχή που έρχεται (ή σε μια εποχή που είναι ήδη εδώ) μια πενταμελής οικογένεια κυνηγάει να φάει ένα πορτοκάλι. Το θέλουν πολύ, ίσως με κάθε τίμημα και τελικά καταφέρνουν να το αποκτήσουν και να το μοιράσουν σε πέντε κομμάτια. Σε τι πράξη όμως χρειάστηκε να προβούν για να φάνε άλλη μία μέρα; Μπορούν να συνεχίσουν με ανάλογες πράξεις και στο μέλλον προκειμένου να εξασφαλίσουν την τροφή τους; Αξίζει άραγε για τη δική μας επιβίωση ν’ αφανιστούν κάποιοι άλλοι;

Αυτά κι άλλα πολλά θα μας κάνει ν’ αναρωτηθούμε στο νέο του διήγημα ο Charis Mavros. Βρείτε το πρωτότυπο διήγημα εδώ κι αφήστε τα σχόλια σας στον συγγραφέα του. 

Φέτα πορτοκάλι

Ο ουρανός είναι μαύρος και σήμερα. Αλλά δε θα βρέξει. Τα σύννεφα είναι καταδικασμένα να φέρουν αυτό το φορτίο. Να σκιάσουν και αυτή τη μέρα. Να την κάνουν να φανεί πιο μαύρη. Να την κάνουν να φανεί όπως είναι.
Το σπίτι της οικογένειας Νέλσον στη μικρή επαρχία είναι ξύλινο. Εύκολο να καεί, να γίνει στάχτες και σκόνη. Η Ντόροθυ Νέλσον έχει κολλημένο το κεφάλι της στο τζάμι και παρατηρεί. Το πρόσωπό της είναι σκοτεινό, τόσο σκοτεινό που θα μπερδευόταν κανείς αν εκείνη αντανακλά τη μαυρίλα της συννεφιάς ή τα σύννεφα τη δική της. Ξαφνικά μια μικρή κραυγή. Την πνίγει σύντομα για να μη γίνει αντιληπτή. Η μητέρα της έχει καταλάβει πως κάτι καλό θα συμβεί. Ο πατέρας της κρατά στην αγκαλιά του τον μικρό της αδελφό, τον Όλιβερ, και η αδελφή της, η Μέλανι, την πλησιάζει και την πιάνει από το φουστάνι της.
Ένα μικρό πορτοκάλι έχει γλιτώσει από τις λεηλασίες των προηγούμενων ημερών και στέκεται κρυμμένο στα κλαριά μιας πορτοκαλιάς στην άκρη του κήπου. Ό,τι είναι να γίνει, πρέπει να γίνει γρήγορα. Θα το κάνει εκείνη, έχει δει τον πατέρα της να το κάνει. Θα είναι γρήγορη, δεν έχει νόημα να το παίξει αδιάφορη. Όλοι θα ξέρουν γιατί βγήκε έξω. Μόνο γρήγορη.
Δεν ενημερώνει τους δικούς της. Ανοίγει την πόρτα και η μικρή Μέλανι αυτομάτως πηγαίνει και την κρατάει, έτοιμη να την κλείσει αν χρειαστεί. Η Ντόροθυ τρέχει, τρέχει και οι υπόλοιποι έξω από την αυλή την έχουν ήδη μυριστεί. Σκαρφαλώνουν τα κάγκελα αργά, μήπως προλάβουν να αντιληφθούν πρώτοι την κατεύθυνση του κοριτσιού. Τα μάτια τους πέφτουν πάνω στο πορτοκάλι και η απόκτησή του είναι πλέον θέμα ταχύτητας. Το αποστεωμένο χέρι της Ντορόθυ το αγγίζει πρώτο, βάζει όση δύναμη της έχει απομείνει και το κόβει. Μίση νίκη. Μίση ζωή.
Το τσούρμο με τους πεινασμένους πίσω της είναι έτοιμο να την κατασπαράξει. Όσο το κρατάει στα χέρια της η ζωή της κινδυνεύει. Ο πατέρας της έχει ανοίξει το παράθυρο και της κάνει νόημα να το πετάξει. Αν αστοχήσει, αν το πορτοκάλι για τον οποιοδήποτε λόγο βρεθεί στο χώμα, θα είναι μια μικρή συμφορά. Ίσως και μεγάλη, πέντε στόματα περιμένουν να τραφούν από αυτό.
Το πετάει. Τώρα ο κίνδυνος αφορά άλλο πρόσωπο. Ο πατέρας της βιαστικά προσπαθεί να κλείσει το παράθυρο και το πλήθος έχει στραφεί σε εκείνον. Η Ντόροθυ δεν έχει καμία αξία χωρίς τον πορτοκαλή καρπό. Ένα παιδί έχει προλάβει να περάσει το κορμί του ανάμεσα στα δύο φύλλα του παραθύρου. Ο πατέρας της αδυνατεί να το σπρώξει. Είναι δυνατό, είναι πεινασμένο. Αποφασισμένο να δώσει μάχη για τη ζωή του. Πέφτει στο εσωτερικό του σπιτιού. Η μητέρα της κοιτάζει χαμένη, αποφασίζει μέσα στον πανικό της να κλείσει το παράθυρο για να μην μπουν και άλλοι. Η Ντόροθυ αναρωτιέται αν θα βρει ακόμα ανοιχτή την πόρτα, αλλά τη στιγμή που το παράθυρο κλείνει, η αυλή ξαφνικά αδειάζει, όπως το νερό που χύνεται από έναν πεσμένο κουβά. Ανενόχλητη επιστρέφει στην κύρια είσοδο που την περιμένει με αγωνία η μικρή της αδελφή.
Αντικρίζει τον πατέρα της να προσπαθεί να ξεκολλήσει από το πόδι του τον γαντζωμένο μικρό. Εκείνος τον δαγκώνει, δεν πρόκειται να τον αφήσει αν δεν του δώσει να φάει. Η μητέρα της ψάχνει βιαστικά στα κουζινικά για ένα μαχαίρι. Το βγάζει και απειλεί τον «εισβολέα» ότι θα του επιτεθεί αν δεν αφήσει τον άντρα της. Ο μικρός αδελφός της Ντορόθυ αφημένος στην παιδική του καρέκλα αρχίζει και κλαίει. Ο πατέρα της κάνει μια απότομη κίνηση και το σώμα του μικρού παιδιού ξεκολλά από το πόδι του και βρίσκεται με ορμή πεσμένο στον απέναντι τοίχο. Μένει ακίνητο με το κεφάλι πεσμένο και μετά από λίγα δευτερόλεπτα το βρώμικο μπλουζάκι του παιδιού βάφεται βυσσινί, αίμα και βρωμιά, σαν τη βρωμιά που τους οδήγησε σε αυτό το άθλιο σήμερα.
«Τι έκανες;» αρχίζει να τσιρίζει η Ντόροθυ. «Πατέρα, τι έχεις κάνει;»
Εκείνος μένει για λίγο σιωπηλός και μετά της απαντάει ψυχρά «αυτό που έπρεπε». Προστάζει τη γυναίκα του να κόψει το πορτοκάλι γρήγορα σε πέντε φέτες και μετά τους υποχρεώνει να τις φάνε άμεσα. Το πτώμα του μικρού παιδιού συνεχίζει να βρίσκεται στο δωμάτιο της κουζίνας. Η γεύση του εσπεριδοειδούς στα στόματα όλων είναι αγγελική, είναι η αποψινή τους σωτηρία. Στα στόματα όλων, εκτός από της Ντόροθυ που αναγκάζεται να το μασάει τάχα χαρούμενη μπροστά στα μάτια του πάτερά της που την καρφώνουν.
«Τώρα, πάρτε “αυτό” από εδώ μέσα» λέει σε εκείνη και την αδελφή της δείχνοντας το άψυχο κορμάκι που έχει σωριαστεί. Τον υπακούν χωρίς δεύτερη κουβέντα, είναι και εκείνος πλέον ανάμεσα σε όσα φοβούνται. Στη μικρή «επιτάφια» πορεία που ακολουθεί η Ντόροθυ συγκρατείται για να μην κλάψει. Δεν την αντέχει άλλο αυτήν την κατάσταση, όχι άλλο έτσι, όχι έτσι. Οι άνθρωποι έχουν πετάξει τις ανθρώπινες προβιές τους και έχουν μείνει λύκοι και θηρία, αρπακτικά από κάτω. Αιτία και αποτέλεσμα ήταν πια ένα, κανείς δε θα θυμόταν σε λίγο από πού ξεκίνησε το κακό. Γιατί το κακό τους είχε κατακλύσει, το κακό ήταν μέσα τους, το κακό ήταν οι ίδιοι.
«Πήγαινε μέσα και έρχομαι» λέει στην αδελφή της, όταν έχουν αφήσει το πτώμα του παιδιού έξω από την αυλή, στο σωρό με τα υπόλοιπα πτώματα. Σκέφτεται την τραγικότητα της κατάστασης, πως λίγα λεπτά πριν όλοι ασχολούνταν με εκείνη γιατί κρατούσε στα χέρια της τροφή, ενώ τώρα που κρατούσε έναν νεκρό δεν ασχολούταν κανείς. «Θα μας σκοτώσει αν δεν έρθεις μαζί μου». Το εννοεί, τις άλλες φορές η μικρή το έλεγε χωρίς να το πιστεύει, αυτή τη φορά όμως οι λέξεις έχουν άλλη βαρύτητα. «Μέλανι, πήγαινε μέσα, σε ένα λεπτό θα είμαι πίσω. Πες του ότι ζαλίστηκα, το βλέπεις και εσύ, κανείς δεν πρόκειται να με πειράξει». Αναγκάζεται να συμβιβαστεί χωρίς της θέλησή της και με αργά βήματα επιστρέφει μέσα. Ακούγονται φωνές από την ανοιχτή πόρτα, προφανώς ενημερώνει τον πατέρα της για την αργοπορία της Ντόροθυ. Μετά από λίγο η Μέλανι επιστρέφει στη μισάνοιχτη πόρτα και το κεφάλι της προβάλει με ένα βλέμμα προσμονής ζωγραφισμένο πάνω του.
Η Ντόροθυ ξέρει πως αυτή η φέτα πορτοκαλιού μπορεί να σήμαινε μια μέρα ζωής παραπάνω, ίσως και δύο. Όμως δεν την αντέχει μέσα της, όχι μια φέτα βαμμένη με αίμα. Δε χρειάζεται να το μάθει κάποιος, ειδικά ο πατέρας της, δε χρειάζεται να κατηγορηθεί για αχαριστία. Με την πλάτη γυρισμένη, βάζει το δάχτυλό της βαθιά στο στόμα και προκαλεί έναν μικρό εμετό. Προσπαθεί ξανά, αλλά μάταια. Δεν υπάρχει κάτι άλλο εκτός από απελπισία να βγει από μέσα της. Με την παλάμη της σκουπίζει το στόμα της και γυρνάει πίσω. Η Μέλανι την υποδέχεται και κλείνει πίσω της την πόρτα. Ο πατέρας της από συνήθεια και μόνο πλένει τα χέρια του με το λασπωμένο νερό της βρύσης. Την κοιτάζει. Εκείνη σκέφτεται τις μέρες που φύτευαν μαζί τις πορτοκαλιές στον κήπο τους, τις είχε φέρει εκείνος με το φορτηγάκι του. Μια μέρα που όλα έμοιαζαν χρυσά κάτω από τον έντονο ήλιο. Οι αξίες τους, τα χαμογέλα τους, εκείνοι. Όλοχρυσοι. Ένα αυθόρμητο χαμόγελο σχηματίζεται από τη σκέψη αυτή στα χείλη της. Ο πατέρας της που τη βλέπει, λιγότερο ανήσυχος από πριν, της χαμογελάει και εκείνος.


		

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s