Οι πρώτες μου 48 ώρες στον Καναδά

Τορόντο
Τορόντο

Η πτήση μου απ’ τη Φραγκφούρτη για το Τορόντο (πετούσαμε με ανταπόκριση από Γερμανία) ήταν αρκετά καλή και μπορώ να πω πως οι ώρες μες το αεροπλάνο πέρασαν αρκετά ευχάριστα. Η μεγαλύτερη πόλη του Καναδά μας υποδέχθηκε με υπέροχη λιακάδα (οι ντόπιοι μας επεσήμαναν ξανά και ξανά πως ο καιρός αυτός είναι καλό σημάδι για το μεγάλης διάρκειας καλοκαίρι που συνήθως κυριαρχεί στο Τορόντο) κι εμείς προχωρήσαμε για τους καθιερωμένους ελέγχους των αεροδρομίων προκειμένου να μπούμε στη χώρα. Λίγα λεπτά μετά θ’ ανακαλύπταμε πως παρά την εμφανή λιακάδα, το Τορόντο δεν υποδέχεται όλους τους εισερχόμενους στη χώρα με την ίδια θέρμη.

Αφού περάσαμε πρώτα απ’ τους δυο βασικούς ελέγχους, μια αστυνομικός μας έδειξε τον διάδρομο για τον τρίτο και πιο λεπτομερειακό έλεγχο κατά τον οποίο ένας αστυνομικός άρχισε να κάνει ερωτήσεις αρχικά σ’ εμένα κι έπειτα στον άντρα μου – και σ’ αυτόν αποφάσισε να επιμείνει γι’ αρκετή ώρα – για τους λόγους της επίσκεψης μας στη χώρα. Στις επόμενες δυο ώρες ο αστυνομικός ζήτησε από τον άντρα μου ένα σωρό προσωπικές πληροφορίες, συστατικές επιστολές και τηλέφωνα επικοινωνίας δυο εταιρειών προκειμένου ν’ αρχίσει την “έρευνα” του για το αν έπρεπε να έχει έρθει με άδεια εργασίας στον Καναδά ή όχι. Ο άντρας μου απαντούσε πως τόσοι οι Ολλανδοί όσο και οι Καναδοί προϊστάμενοι του τον είχαν διαβεβαιώσει πως για την επίσκεψη του δεν απαιτούταν κάποια ειδική άδεια εργασίας, ο αστυνομικός όμως είχε τις ενστάσεις του. Εμείς αρκετά κουρασμένοι μετά από την πολύωρη πτήση αλλά και με την αδρεναλίνη στα ύψη, καθώς βιώναμε την πρώτη σοβαρή ανάκριση της ζωής μας από όργανο εξουσίας, πηγαινοερχόμασταν από το σαλονάκι αναμονής στο γραφείο του αστυνομικού και πάλι πίσω προκειμένου προοδευτικά να έχουμε την αποσαφήνιση του όλου θέματος.

Τελικά, τα πράγματα ήταν να συμβούν έτσι όπως συνέβησαν κι εφόσον ήταν ημέρα Κυριακή, κανένας από τους συνεργάτες του άντρα μου δεν απάντησε στα εταιρικά τηλέφωνα όσες φορές κι αν επέμεινε ο αστυνομικός. Δεν ήταν φυσικά πρόβλημα της αστυνομίας, αλλά για να λέμε και του στραβού το δίκιο ούτε ο άντρας μου ευθυνόταν γι’ αυτό – αφού και την ημέρα της πτήσης άλλος την είχε επιλέξει! Αν και δεν το περιμέναμε απ’ τον αυστηρό αστυνομικό μπροστά μας, εκείνος στο πέρας της ώρας έδειξε να δείχνει κάποια κατανόηση για την έλλειψη στοιχείων και την δυσκολία ξεκαθαρίσματος της όλης κατάστασης η οποία ενισχυόταν απ’ το γεγονός πως δεν ήταν καθημερινή για να καλέσουμε την εταιρεία που μας περίμενε. Προβληματίστηκε λίγο κι επειδή μάλλον λυπήθηκε την ταλαιπωρία και των δυο μας, αποφάσισε ν’ αφήσει εμένα να μπω κανονικά στη χώρα καθώς δήλωνα “τουρίστρια” οπότε δεν είχαμε κάτι γραφειοκρατικό να λύσουμε και στον άντρα μου έδωσε 48 ώρες για να ξανά εμφανιστεί στο τμήμα μεταναστών και ν’ αποφασιστεί τελικά αν θα μπορούσε να παραμείνει στη χώρα για εργασιακούς λόγους ή αν θα ‘πρεπε να επιστρέψει στην Ευρώπη. Κι έπειτα ακολούθησε η φράση-αποκορύφωμα: “Θα σου κρατήσω το διαβατήριο και θα το πάρεις μόνο όταν ξεκαθαρίσει η κατάσταση. Θα μπορούσα να σε συλλάβω για 48 ώρες αλλά ειλικρινά πιστεύω πως θα γυρίσεις καθώς χωρίς διαβατήριο δε μπορείς πραγματικά να κάνεις τίποτα και να πας οπουδήποτε”. Το βλέμμα μου στιγμιαία πάγωσε πάνω στο πρόσωπο του αστυνομικού μα το μυαλό μου μετά απ’ αυτή τη φράση πήρε διακόσιες στροφές. Αν πραγματικά η αστυνομία άπλωνε τα χέρια της στον σύντροφο μου χωρίς πραγματικά να μπορεί να τον κατηγορήσει για κάτι ξεκάθαρα, πέρα απ’ τ’ ότι θα με οδηγούσε σε επιτόπου υστερία, θα με έθετε και ικανή για τα πάντα. Θα έκλεινα την ίδια ώρα εισιτήρια επιστροφής και για τους δυο μας, θα πήγαινα στην ελληνική πρεσβεία, δεν ξέρω τι θα ‘κανα, πάντως αυτή την κατάφορη αδικία – για την οποία φταίγανε εξ ολοκλήρου άλλοι – δε θα την άφηνα να περάσει έτσι.

Πού είναι οι βαλίτσες οέο;!;!;
Πού είναι οι βαλίτσες οέο;!;!;

Έχοντας πια μόνο το δικό μου διαβατήριο στα χέρια – κι ένα προσωρινό για το σύντροφο μου – κατευθυνθήκαμε με πολλή διαφορετική διάθεση σε σχέση με αυτή που είχαμε με το που προσγειωθήκαμε, να παραλάβουμε τις αποσκευές μας. Η δεύτερη σύγχυση της ημέρας ακολούθησε λίγα λεπτά μετά. Κανένας διάδρομος πλέον δεν ανέφερε πως “παραδίδει” αποσκευές από Φραγκφούρτη και υποθέσαμε πως ήταν πολύ λογικό δυο ώρες μετά οι αποσκευές μας να μη βρίσκονται σε κάποιο διάδρομο αποσκευών αλλά κάπου φυλαγμένες ή ακόμη “καλύτερα” θα μπορούσαν ήδη να “ταξιδεύουν” παρέα με αγνώστους πολύ μακριά απ’ το αεροδρόμιο! Για καλή μας τύχη μετά την υπόδειξη κάποιου υπαλλήλου του αεροδρομίου για τον διάδρομο στον οποίο θα μπορούσαν να ‘ναι οι βαλίτσες, τις βρήκαμε τοποθετημένες σε μια γωνιά κι ευτυχώς άθικτες. Τις πήραμε στα χέρια μας και με μια μικρή δόση ανακούφισης αλλά και με τον εκνευρισμό ακόμη καλά να κρατεί, αποφασίσαμε να βγούμε έξω απ’ το αεροδρόμιο για να βρούμε ταξί να μας πάει στο ξενοδοχείο.

Πώς ήταν η μέρα σας;” μας ρώτησε ο οδηγός του οχήματος που μας πήγαινε στο ξενοδοχείο. Τι ειρωνεία, λες και γνώριζε πως οι τελευταίες ώρες ήταν αρκετά δύσκολες και ήθελε να μάθει περισσότερα. “Έτσι κι έτσι” απάντησα πριν ο σύντροφος μου με διακόψει για να πει πως ήταν καλή, απλά είχε κάποια απρόοπτα. “Ναι κάτι ψιλά απρόοπτα” σκέφτηκα και χαμογέλασα αμήχανα, προσπαθώντας να χαλαρώσω και να μη δείχνω εντελώς ταλαιπωρημένη κι απογοητευμένη με το πώς πέρασα τις πρώτες ώρες μου στον Καναδά. Ευτυχώς ο Σέρβος οδηγός – ο οποίος ζει εδώ και 25 χρόνια στο Τορόντο – μας έκανε πολλές ερωτήσεις για την Ελλάδα και την πολιτική και οικονομική κατάσταση στην Ευρώπη ώστε για λίγο ξεχάσαμε αυτά που μας βασάνιζαν.

Αφού φτάσαμε επιτέλους στο ξενοδοχείο και παραγγείλαμε φαγητό στο δωμάτιο μας (εντελώς αδύνατο με την κούραση που είχαμε να κάνουμε βήμα έξω) ο σύντροφος μου στράφηκε προς το μέρος μου και μου ζήτησε να ηρεμήσουμε και με παρακάλεσε να μη στενοχωριέμαι καθώς πίστευε πως το θέμα τελικά θα λυνόταν. Ευχήθηκα να γίνει όντως έτσι αλλιώς έπρεπε σε 48 ώρες να πάρουμε την απόφαση να επιστρέψουμε πίσω στην Ολλανδία – ακόμη δεν είχαμε έρθει! Έπειτα για να μη σκέφτομαι πήγα να κάνω ένα ντους για να βγάλω την υπερβολική – σωματική και ψυχική – ταλαιπωρία που είχα πάνω μου για ώρες.

Ναι, είχα ακούσει πολλές ιστορίες και πολλές περιπτώσεις καθ’ όλα ευυπόληπτων ανθρώπων οι οποίοι για να εργαστούν είτε στον Καναδά είτε στην Αμερική έπρεπε ν’ ακολουθήσουν μια συγκεκριμένη διαδικασία έκδοσης εργασιακής βίζας – η οποία κιόλας λήγει κάθε τρεις μήνες και χρειάζεται διαρκή ανανέωση τουλάχιστον για κάποια χρόνια – αλλά δε μπορούσα με τίποτα να διανοηθώ πως ένας υπάλληλος που ερχόταν συστημένος από μια εταιρεία σε μια άλλη εταιρεία και είχε δεχθεί τόσες νομικές συμβουλές από δικηγόρους – οι οποίοι θεωρητικά είχαν ήδη μιλήσει με την υπηρεσία μεταναστευτικών ζητημάτων – πως θα έμπλεκε έτσι ξαφνικά και μάλιστα τόσο πολύ.

Θέλετε να μάθετε πώς τελείωσε η ιστορία; Χθες το μεσημέρι, μετά από σχεδόν 4 ώρες αναμονής στην υπηρεσία μεταναστών του αεροδρομίου του Τορόντο, πολλά τηλέφωνα σε νομικούς εταιρειών, πολλή ανάκριση, πολλές διευκρινίσεις, ο άντρας μου τελικά πήρε πίσω το διαβατήριο του και έβγαλε τρίμηνη άδεια εργασίας για να δουλέψει στον Καναδά – την οποία εντέλει χρειαζόταν! Κάτι ψιλά γράμματα και κάποιες ειδικές λεπτομέρειες των Καναδικών νόμων εργασίας έλειπαν από το παζλ που προσπαθούσαμε να ενώσουμε από την ώρα της προσγείωσης μας – τα οποία κανένας απλός άνθρωπος και ιδιαίτερα μη Καναδός δε θα μπορούσε να γνωρίζει – και τελικά μάθαμε τι και πώς έπρεπε να τελειώσουν όλα. Ο αστυνομικός καθώς μας αποχαιρετούσε μας ευχήθηκε καλή διαμονή στον Καναδά κι εγώ φεύγοντας απ’ το αεροδρόμιο ήμουν πλέον σίγουρη για τρία πράγματα:

1. Τις περισσότερες ώρες μου σε δημόσια υπηρεσία της είχα περάσει  όχι στην Ελλάδα, μήτε στην Ολλανδία αλλά στον Καναδά.

2. Η μετανάστευση σε “ωραίες” και “ανεπτυγμένες” χώρες, όσο ζηλευτή κι αν είναι από πολλούς (οι οποίοι λογικό είναι να βλέπουν το όλο ζήτημα απ’ έξω κάπως πιο“ιδανικά”) πάντα κρύβει δυσκολίες κι εμπόδια κατά κύριο λόγο τον πρώτο καιρό αλλά και κατά τη συνέχεια.

3. Στην Ευρώπη έχουμε καλομάθει πραγματικά πολύ με το να πηγαίνουμε σε όποιο ευρωπαϊκό κράτος θέλουμε απλά με την αστυνομική μας ταυτότητα και να δουλεύουμε και να ζούμε χωρίς ιδιαίτερο θέμα. Ας ρωτήσουμε και κανά Έλληνα μετανάστη της Αμερικής, του Καναδά, της Αυστραλίας για το τι τράβηξε να μπει σε μια χώρα όπου όλοι και όλα ελέγχονται εξονυχιστικά για να δούμε τι τελικά εστί βερίκοκο!

Τορόντο
Τορόντο

Τρίτη μέρα σήμερα στο Τορόντο κι ας υποθέσουμε πως για την ώρα τέλος καλό, όλα καλά. Ναι, θα μπορούσαμε να μην είχαμε τραβήξει τόση ταλαιπωρία τα προηγούμενα εικοσιτετράωρα και ναι, σε αυτό το θέμα σίγουρα κάποιοι μεσάζοντες δεν έκαναν καλά τη δουλειά τους τη στιγμή που έπρεπε. Όμως, όπως είχα πει και σε πρόσφατο άρθρο μου θέλω να προσπαθώ να δέχομαι τη ζωή όπως έρχεται χωρίς να “ ζοχαδιάζομαι” πολύ και για μεγάλο χρονικό διάστημα. Θα μπορούσαν όλα να είχαν πάει στραβά ως το τέλος και να γυρνούσαμε τελικά πίσω στην Ευρώπη. “Και τι έγινε;” είπε ο σύντροφος μου για να με κάνει να ηρεμήσω. Να που τελικά όμως την τελευταία στιγμή το όλο θέμα πήγε καλά και δε θα περάσω δεύτερη πολύωρη πτήση μες την ίδια βδομάδα (Μα πώς το κάνουν αυτό κάποιοι άνθρωποι;!;!;!). Μένουμε Τορόντο και πιάνουμε τα σχέδια μας από ‘κει που τα παγώσαμε 48 ώρες πριν: Ώρα να μάθουμε πως είναι η ζωή εδώ (η αστυνομία ξέρουμε πια πως είναι). Μες τις επόμενες μέρες θέλω να δω όσο καλύτερα μπορώ την πόλη, τους ανθρώπους, τα τοπία ώστε να μπορώ σύντομα ν’ απαντήσω κάτι συγκεκριμένο σε όποιον με ρωτήσει “Τι λέει ο Καναδάς;”. Όχι τίποτε άλλο, αλλά τρεις μέρες τώρα κάνει κάτι φοβερές λιακάδες (και πήρα και πλεκτά μαζί μου, πού να ‘ξερα;) που δε λέει με τίποτα να μη χαρούμε βόλτες έξω, εδώ κι εκεί. Μερικές απ’ αυτές τις βόλτες θα μοιραστώ μες τις επόμενες μέρες και μαζί σας.

Τέλος, θέλω να σας πω πως αυτές τις μέρες διάβασα δικά σας σχόλια αλλά και άρθρα για το ταξίδι μου στο Καναδά. Αφού σας ευχαριστήσω ακόμη μια φορά για τις ευχές και τα καλά σας λόγια, επιτρέψτε μου να σας υπενθυμίσω κάτι τελευταίο: Τα ταξίδια είναι ωραία και ναι, φαντάζομαι πως οι περισσότεροι άνθρωποι τα επιθυμούν και τα ονειρεύονται. Όμως, ποτέ μην ξεχνάτε αγαπημένοι μου συν-ταξιδιώτες πως οι πολύ-ταξιδεμένοι άνθρωποι στις “βόλτες” τους έχουν δει ομορφιές μα και ασχήμιες, ήρθαν μέρες που πέρασαν υπέροχα και μέρες που δυσκολεύτηκαν πολύ. Προς Θεού, οι δυσκολίες δεν ακυρώνουν την μαγεία ούτε φυσικά τη μεγάλη ανάγκη μας να ταξιδεύουμε, όμως ας μην ξεχνάμε πως πάντα – ή σχεδόν πάντα εν πάση περιπτώσει – είναι μες το πρόγραμμα.

Σε αναφορά με τα ταξίδια μου ‘ρχονται πάντα στο μυαλό δυο στίχοι του αγαπημένου μου Ντίνου Χριστιανόπουλου: «Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα: χίλιοι τὴ χαίρονται – ἕνας τὴν πληρώνει». Κι εσείς όμως, όπως κι εγώ, γνωρίζετε πως δεν μπορούμε να σταματήσουμε την ανάγκη μας για νέες εμπειρίες, εξαιτίας του φόβου μας μη συμβεί σ’ εμάς ή στους δικούς μας ανθρώπους κάποιο ανεπανόρθωτο κακό. Εξάλλου, οι “ταξιδιάρες” ψυχές ξέρουν πως η ζωή δεν αντέχεται χωρίς νέες εικόνες, νέες συγκινήσεις. Ξεκινάμε μια νέα διαδρομή ελπίζοντας πως όλα στο τέλος θα πάνε καλά. Και γιατί να μην πάνε δηλαδή; “Αν όλα δεν είναι καλά, τότε δεν είναι το τέλος” έλεγε ο Τζον Λένον και συμφωνώ απόλυτα μαζί του.

12 thoughts on “Οι πρώτες μου 48 ώρες στον Καναδά

  1. Δώσε τα φιλιά μου στους Έλληνες μετανάστες της δεκαετίας του ’60 ,του 70′ και του 10′ (δεκαετία του 2010) , που βρίσκονται εκεί για κάτι καλύτερο στη ζωή! «στα ξένα κει που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω,
    αν πάμ’ εμείς στην ξενιτιά, ξένοι να μην περνούμε» ,από το δημοτικό ποίημα «Του νεκρού αδερφού».

  2. Παράθεμα: Πρώτες εμπειρίες στο Τορόντο | Της Φανής της φάνηκε ωραίο!

  3. Γιώργος

    το όργανο της τάξης έκανε σωστά την δουλειά του. Κ αν οι Έλληνες αστυνόμοι έκαναν το ίδιο πράγμα τώρα η χώρα μας θα ήταν παράδεισος είμαι ελληνοΚαναδός Κ μένω στον Καναδά,όσο για την ελληνική πρεσβεία δεν θα έκανε τιποτα χρειάστηκα κάτι χαρτιά Κ μου έβγαλαν την Παναγία οι πατριώτες μου! Ενώ οι καναδοι ότι ώρα κα χτύπησα την πόρτα τους ήταν εκεί Κ σ εμένα αλλά Κ στην αρραβωνιαστηκια μου.

    1. Γιώργο σεβαστή η άποψη του καθενός και σε πιστεύω πως μέχρι τώρα οι Καναδοί δημόσιοι υπάλληλοι σου φέρθηκαν πολύ καλύτερα απ’ ότι οι Έλληνες (ας υποθέσουμε πως τ’ ότι είσαι μισός Καναδός δεν έπαιξε κάποιο ρόλο). Το ελληνικό κράτος έχει πολλά στραβά, δε νομίζω πως κανένας είπε το αντίθετο αλλά σε ό,τι αφορά το μεταναστευτικό όλοι διαβάζουμε τα νέα και όλοι ξέρουμε πως μια ολόκληρη Ευρώπη είναι ανίκανη να ελέγξει το ζήτημα, όχι μια Ελλαδίτσα η οποία για να βήξει ζητάει την άδεια απ’ τους Γερμανούς ή δεν ξέρω κι εγώ από ποιον άλλον (εκτός αν πιστεύεις πως τυχαία η Μεσόγειος έχει γίνει η «χωματερή» της Ευρώπης, οπότε πάω πάσο). Τώρα όσον αφορά τους Καναδούς καλά κάνουν κι ελέγχουν ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει γιατί ήδη ο δείκτης φτώχειας κι εδώ έχει αρχίσει ν’ ανεβαίνει και δε χρειάζεται κι ο Καναδάς να γίνει Η.Π.Α. σε αυτό το κομμάτι. Απλά μου έκανε εντύπωση η εξάντληση της αυστηρότητας σε έναν Ευρωπαίο πολίτη τον οποίο μάλιστα είχαν ήδη ενημερώσει από την υπηρεσία μεταναστών πως δε θα χρειαστεί άδεια εργασίας. Τέλος πάντων, μπερδέματα παντού μπορούν να γίνουν και δέχομαι προακαταβολικά πως εμείς μπορεί να πέσαμε στην περίπτωση.

  4. Παράθεμα: Πρώτες εμπειρίες στο Τορόντο – Της Φανής της φάνηκε ωραίο!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s