Τρεις ταινίες και μια τριλογία για τον Μάιο

Ταινιο-προβολές και τον Μάιο!
Ταινιο-προβολές και τον Μάιο!

Έφτασε κι ο Μάιος, ο ωραιότερος μήνας της άνοιξης κι εγώ είμαι εδώ για να σας προτείνω – όπως συνηθίζω κάθε μήνα – ταινίες που είδα και προτρέπω κι εσάς ανεπιφύλακτα να δείτε. Γι’ αυτό το μήνα έχουμε δυο δραματικές ερωτικές ταινίες (που ουσιαστικά είναι μία), μια ρομαντική βιογραφία και μια σπουδαία τριλογία του αυστριακού κινηματογράφου.

  1. Nymphomaniac (Volume I)
Nymphomaniac I
Nymphomaniac I

Από τις πιο πολυσυζητημένες ταινίες του Δανού Λαρς Φον Τρίερ και σίγουρα η πιο σοκαριστική και «δύσπεπτη» ταινία της χρονιάς που μας πέρασε. Ή εντάξει, για να ακριβολογούμε, ήταν η δεύτερη πιο δύσπεπτη ταινία, καθώς το δεύτερο μέρος του Nymphomaniac ήταν ασύγκριτα πιο έντονο και «σκοτεινό» (δες παρακάτω).

Το Nymphomaniac είναι μια ωδή στην ωμή και χωρίς όρια σεξουαλικότητα, η οποία άλλοτε υποδουλώνει κι άλλοτε απελευθερώνει τον ανθρώπινο ψυχισμό. Το δίπολο «κάνω αμαρτίες» – «μου αξίζει να τιμωρηθώ» δίνει έναν θρησκευτικό χαρακτήρα στην ταινία κάνοντας τον θεατή ανεξαρτήτως υπαρξιακών και θρησκευτικών πεποιθήσεων ν’ αναρωτηθεί αν ο άνθρωπος πάντα δρα με βάση μια ενδεχόμενη ή επιβράβευση ή τιμωρία (κι η απουσία αυτών των δύο τι θα σήμαινε άραγε;). Η ηρωίδα μας εντελώς μπερδεμένη από τη μια επιλέγει να «βυθίζεται» στην ακόρεστη και συνεχόμενη ηδονή την οποία δε θέλει με τίποτε ν’ αποχωριστεί ούτε μια μέρα από τη ζωή της, ενώ από την άλλη βιώνει συνεχώς την ανάγκη να σταματήσει, ν’ αλλάξει, ν’ αναθεωρήσει και να συγχωρήσει τον εαυτό της για τις κατά καιρούς λάθος αποφάσεις κι επιλογές της.

Ο έρωτας για έναν συγκεκριμένο άντρα, είναι η αρχή και το τέλος μια διαρκούς ερωτικής αναζήτησης. Η αναζήτηση ξεκινά με το «σπάσιμο» μιας παρθενιάς και τελειώνει με την ολική απώλεια οποιασδήποτε σεξουαλικής απόλαυσης. Ο Λαρς Φον Τρίερ δίνει αξία στην αγάπη αλλά την παρουσιάζει και ως ένα «αδύναμο μέσο», μη ικανό να φέρει την ερωτική ολοκλήρωση ανάμεσα σε δυο ερωτευμένους ανθρώπους, ξεκαθαρίζοντας με αυτό τον τρόπο ότι ουδεμία σχέση έχει η αγάπη με τη σεξουαλική πράξη. Τ’ ότι συναντιούνται δε  σημαίνει ότι είναι και ταυτόσημες έννοιες, το αντίθετο μάλιστα.

Τι ξεχωρίζω απ’ όλη την ταινία: Πολύ δύσκολο να ξεχωρίσεις κάτι από την ταινία (ίσως γιατί οι περισσότερες ερωτήσεις κατά τη διάρκεια προβολής της θ’ απαντηθούν εντέλει στο δεύτερο μέρος). Προσωπικά με απασχόλησε πολύ καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας ο ρόλος του Άντρα στη ζωή της ηρωίδας μας. Στην ταινία έχουμε ξεκάθαρα τουλάχιστον δυο αντρικά μοντέλα, τον Άντρα-εραστή (μέτοχο της ιστορίας) και τον Άντρα-εξομολογητή (ακροατή της ιστορίας). Πόσο διαφορετικοί μπορεί στ’ αλήθεια να είναι αυτοί οι δυο άντρες; Η απάντηση που γύρευα μου δόθηκε μ’ εκκωφαντικό τρόπο στο δεύτερο μέρος!

 

  1. Nymphomaniac (VolumeII)
Nymphomaniac II
Nymphomaniac II

Το δεύτερο μέρος του Nymphomaniac  καλό είναι να μην ειδωθεί με γεμάτο στομάχι (εγώ για εσάς το λέω, αν θέλετε ακούστε με!). Όχι ότι στον παγκόσμιο κινηματογράφο δε θα ‘τυχε όλοι μας να δούμε και σκληρότερες ταινίες, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει να ‘χουμε την αυτοπεποίθηση ότι όλα τελικά αντέχονται να ειδωθούν (εγώ δηλαδή που ξεκίνησα με τέτοιου είδους διάθεση, στα μισά της ταινίας πραγματικά τα χρειάστηκα!)

Στην δεύτερη ταινία το ερώτημα «Αν θέλω μπορώ ν’ αλλάξω;» εναλλάσσεται συνέχεια με το «Αν μπορώ ν’ αλλάξω, θέλω;». Η νυμφομανής ηρωίδα μας δεν κυνηγά πια την ηδονή, αλλά τον τρόπο να την ξανά πάρει πίσω. Και κατά τη διάρκεια αυτής της προσπάθειας της είναι πραγματικά ικανή να δοκιμάσει τα πάντα, να κάνει τις οποιεσδήποτε θυσίες, να διαλύσει ό,τι και όσα περισσότερα μπορεί μέσα της και γύρω της, απλά και μόνο για να συντηρήσει μέχρι τέλους την ανάγκη της να ψάχνει την ψυχική της λύτρωση αποκλειστικά σ’ ένα μέρος.

Το ερώτημα της αγάπης επανέρχεται ακόμη πιο ανορθόδοξα σ’ αυτή την ταινία μέσω της ανατροφής και της εκπαίδευσης ενός νέου ανθρώπου με σκοπό την πλήρη διαφθορά του. Η διαπίστωση ότι οι άνθρωποι τελικά δεν παρασύρονται, απλά την κατάλληλη στιγμή αφήνουν τον πραγματικό εαυτό τους ελεύθερο, μπλέκεται με την εξίσου σημαντική διαπίστωση ότι λίγοι υποφέρουν για το «σκοτάδι» μέσα τους, ενώ οι περισσότεροι δεν δείχνουν να τρομοκρατούνται ποτέ από αυτό, καθώς αγνοούν παντελώς την ύπαρξη «φωτός».

Τι ξεχωρίζω απ’ όλη την ταινία: Πέρα από κάθε αμφιβολία το φινάλε. Δε θα πω πολλά γιατί δε θέλω με τίποτα να σας το αποκαλύψω. Αξίζει να πάθετε κι εσείς το σοκ που έπαθα εγώ όταν το είδα! Απλά να πω ότι τον Τρίερ τον μισώ και ταυτόχρονα τον λατρεύω γι’ αυτό που έκανε. Εξαφάνισε μπροστά απ’ τα μάτια των θεατών κάθε ίχνος ειρήνης κι εμπιστοσύνης για τη ζωή, απαντώντας όμως με τον πιο λογικό τρόπο στην απογοήτευση του ανθρώπου όταν βλέπει και το τελευταίο καταφύγιο στ’ οποίο εναπόθεσε την απελπισία του να γίνεται χίλια κομμάτια.

 

 

  1. Diana
Diana
Diana

Η ταινία με το όνομα της θλιμμένης πριγκίπισσας βγήκε στους κινηματογράφους το φθινόπωρο του 2013 και αναφέρεται στα δυο τελευταία χρόνια της ζωής της. Πιο συγκεκριμένα, η ταινία βρίσκει τη «Νταϊάνα» στο έτος 1995, κατά τη διάρκεια του οποίου έχει πάρει ήδη διαζύγιο από τον πρίγκιπα Κάρολο και προσπαθεί να ξανά βρει τη διάθεση της για ζωή, έρωτα, φιλίες μα και για κοινωνικό έργο, φιλανθρωπίες, διακοπές, συνεντεύξεις και λαμπερές εμφανίσεις. Σ’ αυτή την περίοδο της ζωής της θα γνωρίσει τυχαία, κατά την επίσκεψη της σ’ ένα δημόσιο νοσοκομείο, έναν Πακιστανό γιατρό, τον Χασνάτ Καν, τον οποίο θα ερωτευθεί παράφορα και για τον οποίο θα θελήσει ν’ αλλάξει όλη τη μέχρι τότε ζωή της.

Η ταινία πήρε αρκετές αρνητικές κριτικές με τις οποίες σε μεγάλο βαθμό διαφωνώ. Κυρίως δεν μπορώ να καταλάβω τον όρο «βαρετή». Οι δημιουργοί μέσα σε δυο ώρες έδειξαν τόσα πολλά απ’ αυτά που ήταν η Νταϊάνα που ειλικρινά δε μπορώ να καταλάβω τι δεν άρεσε σε αρκετούς κριτικούς. Σίγουρα οι παρατηρήσεις τύπου «έπρεπε η ταινία να είναι μεγαλύτερη για να δείξει και περισσότερα γεγονότα και στοιχεία της προσωπικότητας της πριγκίπισσας» δεν είναι άτοπα, ούτε παράλογα, αλλά σίγουρα υπήρξαν σχόλια τα οποία ήταν πέρα για πέρα άκομψα και άδικα. Η Ναόμι Γουότς ενσαρκώνει αξιοπρεπέστατα τη Νταϊάνα κι ας είναι πιο «κοντή» ή «λιγότερο όμορφη» όπως είπαν μερικοί. Ο συμπρωταγωνιστής της, Ναβίν Άντριους είναι επίσης αξιοπρεπέστατος στο ρόλο του χειρούργου εραστή της Νταϊάνας, ενώ η ανάγκη του σεναριογράφου να επικεντρωθεί στο συγκεκριμένο ειδύλλιο σε σχέση με όλα τα υπόλοιπα κομμάτια της ζωής της λαίδης Ντι μοιάζει πολύ δίκαιη για έναν βασικό λόγο: Είναι η μόνη ιστορία που βγήκε μετά το θάνατο της Νταϊάνας κι έδειχνε μια πλευρά της πριγκίπισσας έτοιμη ν’ αφήσει κάθε άνεση, συνήθεια, ακόμη και οικογένεια προκειμένου ν’ ακολουθήσει το μεγάλο έρωτα της ακόμη και στο Πακιστάν. Αντίθετα οποιαδήποτε άλλη κίνηση της – ακόμη και η σχέση της με τον πολυεκατομμυριούχο Ντόντι Λα Φαγιέτ – έγινε κι ως ένα βαθμό για να μπει στο μάτι του πρώην συζύγου και της πρώην πεθεράς. Επίσης, σίγουρα σε μια ταινία για την Νταϊάνα θα έπρεπε να δείχνεται με περισσότερη λεπτομέρεια η διαρκή της πάλη από τη μια να ζήσει φυσιολογικά ξεχνώντας το παρελθόν και από την άλλη να «μπει στο μάτι» του παλατιού του Μπάκιγχαμ με οποιαδήποτε συμπεριφορά της. Όμως για να επιτευχθεί όλο αυτό δε θα ‘πρεπε απλά να έχουμε μια μεγαλύτερη ταινία, μα μια ολόκληρη τηλεοπτική σειρά αρκετών επεισοδίων για τη ζωή της αδικοχαμένης πριγκίπισσας.

Τι ξεχωρίζω απ’ όλη την ταινία: Το χιλιο-ειπωμένο αλλά πάντα σωστό κλισέ Όποιος κι αν είμαι, ό,τι κι αν είμαι, πάντα και πάνω απ’ όλα χρειάζομαι αγάπη, που σχεδόν πάντα αιωρείται σε κινηματογραφικές βιογραφίες τέτοιου είδους. Όσες ανακρίβειες ή λάθη και να περιέχει αυτή η ταινία, το πραγματικό γεγονός ότι κάποτε μια πριγκίπισσα θ’ άφηνε τα πάντα για ν’ ακολουθήσει έναν φτωχό γιατρό στο Πακιστάν θα παραμένει τρομερά ρομαντικό κι ενδεικτικό της αέναης ανθρώπινης ανάγκης για λίγη συναισθηματική ποιότητα και ουσία.

 

 

  1. Τριλογία «Παράδεισος: Αγάπη, Πίστη, Ελπίδα»
Paradise trilogy
Paradise trilogy

Αφήνω τελευταία μια δύσκολη αλλά πολύ ενδιαφέρουσα τριλογία. Ο αυστριακός Ούλριχ Ζάιντλ μας έδωσε μες το 2013 σπουδαία τροφή για πραγματική σκέψη και περισυλλογή μέσα από τις ταινίες «Παράδεισος του Έρωτα», «Παράδεισος της Πίστης» και «Παράδεισος της Ελπίδας». Πήρε τρεις καθημερινές γυναίκες που διψούν γι’ αγάπη, τοποθέτησε την κάθε μια στο δικό της «Παράδεισο»  και τις άφησε να μας «δείξουν» πως βιώνουν η κάθε μια ξεχωριστά την ευτυχία αλλά και τη δυστυχία. Το γεγονός ότι πρόκειται για γυναίκες οι οποίες ανήκουν στην ίδια οικογένεια (δυο αδερφές και μια κόρη) είναι ίσως ένας ειρωνικός τρόπος του δημιουργού να μας δείξει πως η φράση του Απόστολου Παύλου «ξένοι εισί οι οικείοι υμών» είναι αρκετές φορές πέρα για πέρα αληθινή, καθώς συχνά συμβαίνει άνθρωποι που ζουν κάτω από την ίδια στέγη να έχουν πλήρως ξεχωριστές (αποσυνδεδεμένες μεταξύ τους) ή και καλά κρυμμένες ζωές τις οποίες δε θέλουν να μοιραστούν ποτέ με την οικογένεια τους.

Τι ξεχωρίζω απ’ την τριλογία: Την τρομερή άρνηση των τριών ηρωίδων να δουν πολλές φορές την αλήθεια. Έχουν τόσο πολύ μπει δυναμικά στο κυνήγι αυτού που θεωρούν ευτυχία, ώστε δεν αφήνουν χρόνο και χώρο στον εαυτό τους να δουν λίγο πιο προσεκτικά μήπως οι προσωπικές επιλογές τους είναι πέρα από ανορθόδοξες και τελείως αντίθετες μ’ αυτό που οι ίδιες αναζητούν. Αυτή λοιπόν η επίμονη νοητική απομάκρυνση των πρωταγωνιστριών από τον ρεαλισμό είναι που τις κάνει τόσο επίμονα να μη θέλουν να βρουν τρόπο διαφυγής από τον πλαστό τους Παράδεισο κι αυτό ακριβώς κάνει αυτή την τριλογία τόσο μα τόσο «εξοργιστική» αλλά κι εθιστική στο να την παρακολουθήσει κανείς.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s