Ο γύρος του θανάτου

Ο γύρος του θανάτου
Ο γύρος του θανάτου

Συνοδευτική μουσική για το άρθρο «Στην αλάνα» από Γιώργο Νταλάρα

Το δραματικό μυθιστόρημα του Θωμά Κοροβίνη, το οποίο κυκλοφόρησε το 2010, αναφέρεται στην πολυτάραχη ζωή του Αριστείδη Παγκρατίδη, του άνδρα που στα 28 του χρόνια δικάστηκε και εκτελέστηκε ως «ο Δράκος του Σέιχ Σου».

Δεκαετίες μετά και αφού έχει χυθεί αμέτρητο μελάνι για την υπόθεση Παγκρατίδη, ο Κοροβίνης επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος, την Θεσσαλονίκη, την πόλη που γεννήθηκε, έζησε και τελικά πέθανε ο φερόμενος «Δράκος του Σέιχ Σου» και μας λέει την ιστορία πάλι από την αρχή, με τελείως διαφορετικό τρόπο.

Ο Αριστείδης (ή Αρίστος) Παγκρατίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, σε μια φτωχική γειτονιά και όλη του τη ζωή αγωνιζόταν για να βγάλει τα προς το ζην. Για χρόνια το μεροκάματο δεν έβγαινε. Κάποιες φορές η επιβίωση του αποδείχτηκε τόσο δύσκολη που χρειάστηκε να παρανομήσει ή να βγει στην πορνεία για να μην πεινάσει. Τελικά, όλα έδειξαν πως με το πρόσχημα της μίζερης και για πολλούς «ανήθικης» ζωής του συνελήφθη και καταδικάστηκε σε θάνατο, μετά τη σεξουαλική επίθεση του – όντας μεθυσμένος – σε μια ανήλικη τρόφιμο ενός ορφανοτροφείου. Ο Δράκος του Σέιχ Σου ήδη κυκλοφορούσε για χρόνια ελεύθερος, σκορπώντας με τα εγκλήματα του τον τρόμο και την ανασφάλεια στην τοπική κοινωνία. Ο κόσμος μα πάνω απ’ όλα η αστυνομία ζητούσε τον ένοχο. Άραγε βρήκε τον πραγματικό στο πρόσωπο του Παγκρατίδη;

Η απάντηση που δόθηκε στο δικαστήριο το ’66  ικανοποίησε λίγους καθώς το μεγαλύτερο ποσοστό των πολιτών δεν πίστεψε ότι ο Παγκρατίδης ήταν ένοχος. Η αστυνομία και οι δικαστές όμως ήθελαν πάση θυσία κάποιον να «πληρώσει» και ο Παγκρατίδης ήταν ένας ακίνδυνος κακομοίρης που για πολλούς άξιζε να πεθάνει προκειμένου οι νοικοκυραίοι της τότε εποχής να ξαναβρούν την ησυχία και την ασφάλεια που γύρευαν. Κι όμως η καταδίκη και η εκτέλεση του μόνο την ειρήνη και την ηρεμία δεν έφερε. Μέχρι και σήμερα η καταδίκη και η εκτέλεση του Παγκρατίδη θεωρείται μέγιστη εγκληματική ενέργεια του δικαστικού και αστυνομικού σώματος. Ανεξαρτήτως του αν ήταν ή όχι ένοχος, η φυλάκιση και ο θάνατος του βασίστηκαν πάνω σε ανεπαρκή και ψευδή στοιχεία, γι’ αυτό και η τιμωρία του Παγκρατίδη θ’ αποτελεί πάντα μια μαύρη σελίδα της ελληνικής δικαιοσύνης και μια κατάφορα άδικη απόφαση.

Χρόνια μετά γράφτηκαν πολλά βιβλία για τον «Δράκο που διέφυγε» υπονοώντας ότι ο πραγματικός ένοχος δε συνελήφθη ποτέ και  ότι ο Παγκρατίδης κατηγορήθηκε άδικα άλλα και σκόπιμα. Άλλες πάλι μαρτυρίες δείχνουν τον Παγκρατίδη ως τον «απίστευτο» αλλά πραγματικά ένοχο. Τι κρίμα που η τελευταία επιθυμία του Αρίστου μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα – να πιαστεί ο ένοχος – δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Το φάντασμα του Παγκρατίδη μένει ακόμα πάνω από τη Θεσσαλονίκη, μες το δάσος του Σέιχ Σου – τόπος εκτέλεσης του – και ζητάει δικαίωση.

Αυτό το φάντασμα πρέπει να «είδε» και ο Θωμάς Κοροβίνης και μας χάρισε τον – βραβευμένο πλέον – «Γύρο του Θανάτου» όπου περιγράφει με τρομερή ζωντάνια το κλίμα των δεκαετιών του ’40, του ’50 και του ‘60. Ξεκινάει μ’ ένα δημοσιογραφικό «ρεπορτάζ» της δίκης του Παγκρατίδη και στη συνέχεια παρουσιάζει τους δικούς του «μάρτυρες». Δέκα ανθρώπους που μιλούν για τον Παγκρατίδη. Δέκα διαφορετικούς μεταξύ τους ανθρώπους που μιλούν για το δικό τους Αρίστο. Όλοι αναρωτιούνται πως έφτασαν εδώ τα πράγματα γι’ αυτόν τον άτυχο νέο που το μόνο του αμάρτημα ήταν ότι γεννήθηκε φτωχός και δε βοηθήθηκε ποτέ από κανέναν. Μπορούσε άραγε ο Αρίστος να κάνει φόνους; Μπορούσε αυτό το ήσυχο, αδύνατο αγόρι με τα μελαγχολικά μάτια να βλάψει άλλους ανθρώπους; Χωρίς ο Κοροβίνης να παίρνει θέση και να δηλώνει τη γνώμη του – αν και η συμπάθεια του στον Παγκρατίδη είναι εμφανής – μας εξιστορεί τα γεγονότα μέσα από τα στόματα των ηρώων του (Οι υπέροχοι μονόλογοι που έγραψε αποτέλεσαν και υλικό για την ομώνυμη θεατρική παράσταση που ανέβασε πρόσφατα το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος).

Ο «Γύρος του Θανάτου» είναι ένα σπουδαίο λογοτεχνικό βιβλίο όχι μόνο εξαιτίας του αδιαμφισβήτητου ταλέντου του συγγραφέα του αλλά κι επειδή αποτελεί ένα βιβλίο ντοκουμέντο για μια δύσκολη και άλλοτε «σκοτεινή» περίοδο τόσο της Θεσσαλονίκης, όσο και της Ελλάδας γενικότερα. Οι λάσπες στα καλντερίμια, οι εργάτες στους δρόμους, τα φτωχά χαμόσπιτα και οι άφραγκοι Έλληνες που δεν παύουν να ελπίζουν, δουλεύοντας σκληρά, για ένα καλύτερο αύριο «ξυπνούν» γραμμή τη γραμμή και μας θυμίζουν ιστορίες που μας έλεγαν οι γιαγιάδες και οι μάνες μας. Μες απ’ αυτό το πραγματικά σπουδαίο ιστορικό αρχείο ξανά ανακαλύπτουμε μια Ελλάδα που είχαμε ξεχάσει – ή μήπως έτσι θέλαμε να πιστεύουμε; – και καταλαβαίνουμε πως πάντα οι πιο όμορφες και αληθινές ιστορίες της ζωής είναι αυτές των ανθρώπων του περιθωρίου, αυτών που δε προλάβαιναν ποτέ  να τινάξουν τη σκόνη από τα ρούχα τους.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s