Μέσα από τα δικά μου μάτια: Κατερίνα Γώγου

Κατερίνα Γώγου
Κατερίνα Γώγου

Αρχές του Οκτώβρη ήταν όταν έφυγε πριν 20 χρόνια η ηθοποιός και ποιήτρια Κατερίνα Γώγου. Σε ηλικία 53 ετών αποφάσισε να βάλει τέλος στη ζωή της, αφήνοντας πίσω την κόρη της Μυρτώ, τους ελάχιστους φίλους που της είχαν απομείνει, μα πάνω απ’ όλα το μεγάλο και σπουδαίο ποιητικό της έργο.

Από τότε πολλοί είναι αυτοί που προσπάθησαν να μιλήσουν για το «φαινόμενο» Κατερίνα Γώγου είτε μέσω τηλεοπτικών εκπομπών, είτε μέσω άρθρων σε εφημερίδες και περιοδικά, είτε μέσω βιβλίων για τη ζωή της. Πολλές πληροφορίες, πολλές μαρτυρίες και πολλά γεγονότα για τη ζωή της έχουν έρθει στο φως. Όμως όλα αυτά μετά το θάνατο της – άλλωστε έτσι δε συμβαίνει σχεδόν πάντα; Γιατί η Αικατερίνα – όπως η ίδια αποκαλούσε τον εαυτό της – έφυγε μόνη, όταν εκείνη το επέλεξε, έχοντας ελάχιστους ανθρώπους κοντά της, να ζουν μαζί της τις τελευταίες της στιγμές. «Αυτοεξόριστη» και «αυτό-απομονωμένη» η Γώγου στο τέλος της ζωής της ή απλά πολλοί τη θυμήθηκαν μετά θάνατον επειδή δε μπόρεσαν και δεν άντεξαν να μείνουν πλάι της όσο ζούσε;

Υπάρχουν παντού αμέτρητες πληροφορίες για τη ζωή της Κατερίνας Γώγου. Για την καριέρα της ως ηθοποιός, για το υποκριτικό της ταλέντο, για τη κατοπινή της στροφή στην ποίηση, για την παρέα της με τους αναρχικούς, για τις ιδέες της για έναν καλύτερο κόσμο που ίσως και να μην υπάρξει ποτέ. Δεν τολμώ να αναφερθώ περισσότερο στο έργο της και στον τρόπο που έζησε γιατί όσο κι αν έχω διαβάσει ή μελετήσει τα λόγια και το φέρσιμο αυτής της γυναίκας, άλλο τόσο έχω νιώσει ότι δε μπορώ να φτάσω να διανοηθώ το βάθος του πόνου, της απελπισίας και της ευαισθησίας που φώλιαζε μέσα της. Άνθρωποι που επέλεξαν να ζήσουν παρόμοια μ’ εκείνη ίσως να την κατάλαβαν καλύτερα. Ίσως και όχι. Θα υπάρχει όμως πάντα ελπίδα να πλησιάσουμε λίγο τη σκέψη της και γι’ αυτό φρόντισε η ίδια: άφησε τα ποιήματα της, που πολλά από αυτά κατόπιν γίνανε τραγούδια, για να τα ψιθυρίζουμε σιγά-σιγά και να νιώθουμε έστω και για ελάχιστες στιγμές, τι μπορεί να έβλεπε εκείνη μες απ’ τα δυο μονίμως μελαγχολικά της μάτια….

Κλείνω μ’ ένα ποίημα από την πρώτη της ποιητική συλλογή «Τρία κλικ αριστερά». Είναι που λογικά κι εκείνη δε θα ‘θελε να μιλάμε πολύ ώρα ανούσια γι’ αυτήν.

 

25 Μαΐου

Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα
και θα βγω στους δρόμους
όπως και χτες.
Και δεν θα συλλογιέμαι παρά
ένα κομμάτι από τον πατέρα
κι ένα κομμάτι από τη θάλασσα
–αυτά που μ’ άφησαν–
και την πόλη. Την πόλη που τη σάπισαν.
Και τους φίλους μας που χάθηκαν.
Ένα πρωί θα ανοίξω την πόρτα
ίσα ολόισα στη φωτιά
και θα μπω όπως και χτες
φωνάζοντας «φασίστες!»
στήνοντας οδοφράγματα και πετώντας πέτρες
μ’ ένα κόκκινο λάβαρο
ψηλά να γυαλίζει στον ήλιο.
Θ’ ανοίξω την πόρτα
και είναι –όχι πως φοβάμαι–
μα να, θέλω να σου πω, πως δεν πρόλαβα
και πως εσύ πρέπει να μάθεις
να μην κατεβαίνεις στο δρόμο
χωρίς όπλα όπως εγώ
– γιατί εγώ δεν πρόλαβα–
γιατί τότε θα χαθείς όπως και εγώ
«έτσι» «αόριστα»
σπασμένη σε κομματάκια
από θάλασσα, χρόνια παιδικά
και κόκκινα λάβαρα.
Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα
και θα χαθώ
με τ’ όνειρο της επανάστασης
μες την απέραντη μοναξιά
των δρόμων που θα καίγονται,
μες την απέραντη μοναξιά
των χάρτινων οδοφραγμάτων
με το χαρακτηρισμό –μην τους πιστέψεις!–
Προβοκάτορας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s