Ο ελεγκτής

Το "τυχερό" μου εισιτήριο!
Το «τυχερό» μου εισιτήριο!

Συνοδευτική μουσική για το άρθρο: «Give a little love» από Noah and the Whale

Δεν ξέρω τι συνέβη τη χθεσινή μέρα (Σάββατο του Λαζάρου) αλλά δε μπορώ να θυμηθώ πότε ήταν η τελευταία φορά που ένιωσα τόσο συσσωρευμένη προσφορά και καλοσύνη από ανθρώπους που δε γνώριζα προς το πρόσωπο μου.

Επέστρεφα από τη μαμά-πατρίδα στο Μάαστριχτ και περίπου στα μισά του κουραστικού ταξιδιού μου (τ’ οποίο εντέλει με όλα τα σταμάτα-ξεκίνα διήρκησε περίπου 14 ώρες) και μετά τον λίγο εκνευριστικό έλεγχο στο αεροδρόμιο (πέρα από την αγένεια των αστυνομικών και την ασυνεννοησία με τους υπαλλήλους, μου ζήτησαν ν’ ανοίξω την τσάντα μου γιατί μου βρήκαν ως ύποπτο μεταλλικό αντικείμενο τις επαναφορτιζόμενες μπαταρίες μου! – μετά από 10 ελέγχους σε διάφορα αεροδρόμια της Ευρώπης, τις εντόπισαν πρώτη φορά τα δικά μας τα τσακάλια!) ήθελα απλά να γυρίσω στο σπιτάκι μου να χαλαρώσω επιτέλους και να μην σκέφτομαι. Τελικά στο σπίτι μου γύρισα, αλλά δε σταμάτησα να σκέφτομαι και να φέρνω όμορφες εικόνες στο μυαλό μου. Τελικά είναι απίστευτο το πώς μια ανάποδη μέρα μπορεί ν’ αλλάξει τόσο πολύ!

Είχα προσγειωθεί στις Βρυξέλλες και μεταφέρθηκα στον χώρο των λεωφορείων, περιμένοντας το κατάλληλο που θα με πήγαινε στο σταθμό των τρένων του Charlerois. Ένας τύπος φαινόταν πολύ ανήσυχος εκεί γύρω και ρωτούσε τα λιγοστά άτομα – και μαζί κι εμένα – αν πάμε στο σταθμό των τρένων και αν θέλουμε να μοιραστούμε ένα ταξί. Οι περισσότεροι δίσταζαν κι εγώ να πω την αλήθεια αναρωτιόμουν πόσο ακριβότερο μπορεί να βγει το ταξί. Εκείνος δε το ‘βαλε κάτω. Επέμενε πως δε μπορούμε να περιμένουμε το λεωφορείο να μας κατεβάσει – τ’ οποίο θα έκανε σίγουρα άλλα 25 λεπτά – και έλεγε και ξανάλεγε πως αντί να περιμένουμε σα βλάκες μες το κρύο – γύρω στους 15 βαθμούς και να φυσάει παγωμένος αέρας – καλό θα ήταν να μοιραστούμε ένα ταξί. Εντέλει, κατάφερε κι έπεισε εμένα κι άλλον έναν τύπο – ο οποίος ήταν φτυστός ο «παραπληγικός» Γάλλος πρωταγωνιστής της ταινίας “Miserables” – να τον ακολουθήσουμε. Γι’ ακόμη μια φορά τον ρώτησα αν ήταν σίγουρος πως το ταξί έκανε 17 ευρώ όπως έλεγε και ξανάλεγε. Εκείνος, δείχνοντας πως δεν ήθελε να το συζητήσει άλλο, μου είπε:  «Όσο και να είναι, δεν υπάρχει πρόβλημα. Θέλω 5 ευρώ από ‘σένα και 5 ευρώ από εκείνον. Τα υπόλοιπα τα πληρώνω εγώ, οκ;». Δεν ξέρω γιατί τον εμπιστεύτηκα, αλλά προχωρήσαμε στους διαδρόμους των ταξί και μπήκαμε στο πρώτο εύκαιρο. Δεν ανταλλάξαμε κουβέντα οι τρεις μας στο ταξί, μόνο ο κλώνος του Γάλλου ηθοποιού γύρισε κάποια στιγμή και μου χαμογέλασε από αμηχανία ή επειδή δεν άντεχε άλλο να κάθεται σιωπηλός. Φτάσαμε πραγματικά γρήγορα στο σταθμό των τρένων και για πρώτη φορά είχα την ευκαιρία να δω – από ‘κει που μας πήγε ο ταξιτζής – ότι το Charlerois δεν είναι καθόλου άσχημη πόλη και ότι μια βόλτα κάποια μέρα θα την άξιζε. Πριν καλά-καλά κατεβούμε από το ταξί, ο τύπος που μας είχε «παρασύρει» ζήτησε πράγματι 5 ευρώ από τον καθένα μας και πλήρωσε τα άλλα 10 ευρώ αυτός – τελικά η ταρίφα βγήκε 20. Πριν καταλάβω τι και πώς, εκείνος είχε πάρει ήδη τη βαλίτσα του κι έφευγε προς το σταθμό των τρένων – σίγουρα βιαζόταν να προλάβει ένα συγκεκριμένο τρένο. Πήρα κι εγώ το σάκο μου και αφού χαιρετηθήκαμε με το σωσία του Γάλλου ηθοποιού, προχώρησα κι εγώ προς το σταθμό των τρένων. Στάθηκα στα ταμεία για να βγάλω εισιτήριο και ο πεισματάρης «συνταξιδιώτης» μου είχε προλάβει ήδη να στηθεί για το δικό του εισιτήριο. Γυρίζοντας την πλάτη του να φύγει με είδε κι εγώ θέλησα από καρδιάς να τον ευχαριστήσω και γιατί μας έπεισε να κατέβουμε πιο γρήγορα από το αεροδρόμιο – άρα δε θα παγώναμε εκείνο το βράδυ -, γιατί θα προλάβαινα αξιοπρεπώς το τρένο μου αλλά και για τα έξτρα 5 ευρώ που πλήρωσε οικειοθελώς. Με χαιρέτησε ευγενικά κι έφυγε. Κι εγώ συνειδητοποίησα ότι ένας άνθρωπος χωρίς να το ζητήσω ή να έχω χρόνο να το σκεφτώ μου έκανε καλό προσπαθώντας την ίδια στιγμή να εξυπηρετήσει και τον εαυτό του. Τι όμορφο αλλά και παράξενο ταυτόχρονα, σκέφτηκα.

Είχε έρθει η δική μου ώρα να εκδώσω το εισιτήριο μου. Την ίδια ώρα το δεξί μου αυτί ακούει ανθρώπους να μιλούν ελληνικά. Γυρνάω και βλέπω μια κλασσική Ελληνίδα μάνα να μαλώνει με τον 20κάτι χρονών γιο της, επειδή εκείνη τον ρωτούσε κάτι κι εκείνος της έλεγε «Και πού να ξέρω ρε μάνα; Θα ρωτήσουμε και θα μάθουμε». Παίρνω το εισιτήριο στα χέρια μου και το παλικάρι σκύβει μπροστά μου στο ταμείο να ρωτήσει πότε φεύγει το επόμενο τρένο για Ντελφτ. Χαμογέλασα σχεδόν συμπονετικά ξέροντας ήδη ότι δεν υπήρχε περίπτωση να φτάσουν Ντελφτ την αποψινή νύχτα – ήταν 9 μισή το βράδυ και τα τρένα που περνούσαν από Βέλγιο προς Ολλανδία σταματούν μετά τις 10. Η κοπέλα έψαχνε να βρει αν υπάρχει τρένο – εγώ το ήξερα ήδη, εκείνη απορώ πώς δεν το ήξερε! – και πριν προλάβει να του πει κάτι του λέω «Έχει τρένο κάθε μια ώρα, όπου κι αν θες να πας, αλλά απόψε Ντελφτ δεν μπορείτε να πάτε, τα τρένα σταματούν σε λίγο». Ένα εισιτήριο που είχαν εκτυπωμένο, δεν ίσχυε την επομένη ημέρα και η μάνα του αγοριού με παρακάλεσε να τους δώσω πιο πολλές πληροφορίες για το τι μπορούν να κάνουν. Τους εξήγησα ότι ακόμη κι αν φτάνανε Λιέγη απόψε, πάλι δε θα περνούσαν τα σύνορα γιατί ήταν θέμα ώρας καθαρά και μόνο. Ήταν υποχρεωμένοι να διανυκτερεύσουν κάπου στο Βέλγιο και θα φεύγανε την άλλη μέρα, όποτε τους βόλευε. Με ρώτησε για φθηνό ξενοδοχείο και της έδειξα το μόνο που πάνω-κάτω γνώριζα ως ποιότητα και ως τιμές και τ’ οποίο βρισκόταν απέναντι από το σταθμό. Τους είπα να μη στενοχωριούνται και ότι αυτά συμβαίνουν συχνά εδώ έξω. Καθυστερεί η πτήση και χάνεις τρένα, λεωφορεία. Τους ευχήθηκα καλή τύχη και καλό ταξίδι και προχώρησα προς το διάδρομο που θα με οδηγούσε στο δικό μου τρένο. Μια καλή πράξη από τη δική μου τη μεριά, αν και δεν ήξερα πόσο χρήσιμη τους είχα φανεί. Τους είπα ό,τι ήξερα και μακάρι να έβρισκαν μιαν άκρη μέσα από τα λεγόμενα μου.

Το τρένο για τη Λιέγη ήρθε στην ώρα του αλλά καθώς έμπαινα ένιωσα λίγο άβολα με το πόσο «καλοβαλμένο» μου φαινόταν σε σχέση με άλλες φορές. Είναι αρκετά αξιοπρεπή τα τρένα τους εδώ έξω, αλλά αυτό πια παρά ήταν. Είχε κόκκινες αναπαυτικές πολυθρόνες και ασημένια μεταλλικά τραπεζάκια, άσε που το μισό τρένο ήταν άδειο. Κάτι δε μου άρεζε ήδη, όταν με βρήκε ένας υπάλληλος του τρένου – προφανώς ο ελεγκτής – και με ρώτησε αν είχα εισιτήριο. Παραξενεμένη από την ερώτηση του απάντησα ότι φυσικά και είχα και ρώτησα για να είμαι σίγουρη αν αυτό το τρένο πήγαινε Λιέγη. Σε δευτερόλεπτα του έδειχνα το εισιτήριο μου κι εκείνος μου απαντούσε ότι αυτό το τρένο πήγαινε Λιέγη αλλά το εισιτήριο μου δεν «ταίριαζε» σ’ αυτό το τρένο. Ήταν εισιτήριο γι’ απλό τρένο κι εγώ είχα μπει απ’ ότι κατάλαβα αργότερα σ’ ένα πολυτελές intercity που ερχόταν από το Παρίσι και στο οποίο έπρεπε να είχα κάνει κράτηση για να ταξιδέψω. Μ’ έλουσε κρύος ιδρώτας και δεν το πίστευα αυτό που άκουγα. Αυτόματα κοίταξα έξω. Το τρένο είχε ξεκινήσει κι εγώ ήμουν μέσα σε αυτό. Δε μπορούσα πια να κατέβω, ούτε να μάθω αν περνούσε αργότερα κάποιο άλλο απλό τρένο. Προσπάθησα να εξηγήσω στον ελεγκτή ότι αυτό το εισιτήριο μου είχαν δώσει όταν είπα ότι πάω στη Λιέγη και κανένας δε μου εξήγησε όλα αυτά που μου είπε ο ίδιος. Δεν ξέρω αν με πίστεψε ή αν δεν ήθελε να δημιουργηθεί θέμα, αλλά μ’ έβαλε να καθίσω στο πίσω ακριβώς βαγόνι, τ’ οποίο ήταν και άδειο, ενώ φεύγοντας μου είπε ότι ίσως χρειαζόταν να πληρώσω παραπάνω χρήματα. Μ’ έλουσε για δεύτερη φορά κρύος ιδρώτας. Είχα κάποια λεφτά μαζί μου αλλά αυτά υπολόγιζα ότι θα γίνονταν τα ψώνια της εβδομάδας. «Τώρα» σκέφτηκα «θα τρως μια βδομάδα μακαρόνια». Έκατσα σε μια θέση του άδειου βαγονιού και περίμενα κάποιον που θα ερχόταν να ‘ρθει να μου ζητήσει παραπάνω χρήματα και ίσως μάλιστα να με επέπληττε για την ανοησία μου να μπω σ’ ένα τέτοιο πολυτελές τρένο με το απλό εισιτήριο μου. Την ίδια στιγμή σκεφτόμουν ότι δεν ήταν δικό μου λάθος ακριβώς, αλλά περισσότερο της υπαλλήλου που δε μου εξήγησε τι σόι πράγμα ήταν αυτό το τρένο, αλλά ούτε μου διευκρίνισε ότι ερχόταν κάποιο intercity ή το πόσα λεφτά χρειαζόμουν για να μπω σε αυτό. Αλλά τι λέω; Η ίδια υπάλληλος δεν ήταν που δεν ήξερε να πει και έψαχνε στον υπολογιστή αν υπάρχει 9 μισή τη νύχτα τρένο για το Ντελφτ; «Έπεσες στην περίπτωση!» μονολόγησα και συνέχισα να κάθομαι σ’ αναμμένα καρφιά, αλλά στην κατά τ’ άλλα άνετη και υπερβολικά μαλακή πολυθρόνα του πολυτελούς τρένου.

Τα λεπτά συνέχιζαν να κυλούν και κάθε φορά που άκουγα κάποιον θόρυβο ή έβλεπα  την συρόμενη πόρτα του βαγονιού ν’ ανοίγει ή κάποιον άνθρωπο να πλησιάζει, σκεφτόμουν ότι έρχονται για ‘μένα. Ερχόντουσαν να μου πάρουν τα λεφτά μου και να με προσβάλλουν για το λάθος μου. Χίλια-δυο σενάρια περνούσαν από το μυαλό μου. Να κατέβω στην επόμενη στάση, να πάρω άλλο τρένο. Την ίδια στιγμή τ’ απέρριπτα όλα. Το τρένο από το Charlerois θα έκανε μόνο μια ενδιάμεση στάση ως τη Λιέγη και δεν ήμουν καθόλου σίγουρη αν το Namur με βόλευε σαν ενδιάμεσος σταθμός για να πάρω άλλο τρένο  και μάλιστα στις 10 τη νύχτα. Την ίδια ώρα είχα μια Ολλανδέζα φίλη μου να με περιμένει στη Λιέγη με το αμάξι της για να με πάρει πίσω στο Μάαστριχτ – ένεκα της απουσίας των βραδινών τρένων για Ολλανδία – οπότε δε μπορούσα με τίποτα να τη στήσω ή ακόμα χειρότερα να της πω ότι χάθηκα στο Βέλγιο γιατί μπήκα κατά λάθος σ’ ένα πολυτελές τρένο απ’ τ’ οποίο μετά κατέβηκα κιόλας! Το κακό είχε γίνει και κάποια στιγμή απλώθηκα στην πολυθρόνα, ακούμπησα το κεφάλι μου στο υπερβολικά απαλό κόκκινο μαξιλάρι της και μονολόγησα: «Τώρα έγινε. Αν πρέπει να πληρώσεις, πλήρωσε και βλέπεις μετά τι θα κάνεις». Όμως είχε περάσει πάνω από μισή ώρα και κανένας δεν είχε έρθει να με βρει. Μόνο ο ίδιος ηλικιωμένος υπάλληλος – ελεγκτής είχε περάσει μερικές φορές από το διάδρομο δίπλα μου, κουβαλώντας δίσκους ή άλλα πράγματα, λογικά από τους επιβάτες των άλλων βαγονιών μπροστά. Σχεδόν δε με κοιτούσε και έδειχνε απορροφημένος στη δουλειά του. Οι πρώτες σκέψεις ότι μάλλον δε θα χρειαστεί ούτε να πληρώσω, ούτε να πείσω κάποιον ότι δεν το ‘κανα επίτηδες, μπήκαν στο μυαλό μου. Λες; Πέρασαν κι άλλα λεπτά και ήδη είχαμε περάσει το Namur. Τίποτα ακόμα. Ο ελεγκτής πέρασε μια φορά ακόμα και ασυναίσθητα κοίταξα το πρόσωπο του που ήταν σκυμμένο και κοιτούσε κάτω. Ήταν πάνω από 60 χρονών σίγουρα, με ροδοκόκκινα μάγουλα λες και τα είχε μακιγιάρει και για κάποιο λόγο μου θύμιζε τον βρετανό ηθοποιό John Cleese από τους Monty Python (Μα τι είχα πάθει; Όλοι μου θύμιζαν ηθοποιούς εκείνο το απόγευμα ή απλά ήμουν τόσο κουρασμένη που ήθελα να βλέπω γνωστά πρόσωπα;). Πλησιάζαμε στη Λιέγη και ήμουν σχεδόν σίγουρη ότι κανένας δε θα ερχόταν να με βρει πια. Κράτησα όμως και μια «πισινή» για την περίπτωση που τα γεγονότα της τελευταίας στιγμής με εξέπλητταν. Την ίδια στιγμή είχα αρχίσει να νιώθω μια έντονη συμπάθεια αλλά και μια βαθιά συγκίνηση για τον σκυφτό ελεγκτή που με προσπέρασε σχεδόν 10 φορές, αλλά δε με ενόχλησε ποτέ. Ούτε έστειλε κάποιον άλλον να μ’ ενοχλήσει ή να μου ζητήσει κάτι. Τότε κατάλαβα και την απομόνωση μου στο άδειο βαγόνι. Πιθανότατα δεν ήθελε κάποιος να καταλάβει τη χάρη που θα μου έκανε ή ότι είχα μπει σχεδόν «λαθραία» στο τρένο. Ίσως πάλι να μην ήθελε να με ανακαλύψει κάποιος άλλος υπάλληλος ή ελεγκτής του τρένου. Δεν μπορώ να ξέρω, αλλά η επιμονή του να κάτσω πίσω, σίγουρα είχε κάποια σημασία.

Φτάναμε Λιέγη και η ανακοίνωση απ’ τα μεγάφωνα του τρένου μου το επιβεβαίωσε. Ο ελεγκτής πέρασε μια τελευταία φορά από μπροστά μου και μόνο τότε σχημάτισε ένα μισό χαμόγελο στο πρόσωπο του και μου έκανε ένα καταφατικό νόημα που εγώ το μετάφρασα ως «είμαστε εντάξει». Δυο λεπτά μετά τον είδα να έχει φορέσει το πανωφόρι του και με τη τσαντούλα του να κατευθύνεται στην κοντινότερη έξοδο του τρένου. Εκεί ήταν που είπα μέσα μου ότι θα γράψω ένα άρθρο γι’ αυτό τον άνθρωπο, για την πράξη του αλλά και την όλη συμπεριφορά του. Έβαλα το μπουφάν μου και μόλις το τρένο σταμάτησε, πήρα το σάκο μου και τη τσάντα μου και κατευθύνθηκα κι εγώ προς την έξοδο. Δεν ήξερα αν έπρεπε να το κάνω ή αν προκαλούσα την τύχη μου – σε περίπτωση που με είχε ξεχάσει – αλλά δεν άντεχα να φύγω έτσι. Στο κάτω-κάτω αν είχε κάνει μια καλή πράξη, έπρεπε να είμαι σίγουρη ότι την έκανε συνειδητά. Τον βρήκα να κρατάει ένα αγοράκι και να παίζει μαζί του λίγα μέτρα μακριά από το τρένο – το εγγόνι του ή κάποιο ξένο παιδάκι; Ποιος να ξέρει; Πήρα μια βαθιά ανάσα κι έτσι όπως ήταν σκυμμένος πάνω από το παιδί, έσκυψα κι εγώ δίπλα του και τον ευχαρίστησα. Το ξάφνιασμα του μου έδειξε ότι δεν περίμενε αυτή την κίνηση από ‘μένα, αλλά το γεγονός ότι συνήλθε γρήγορα μου έδειξε ότι η καλή πράξη του ήταν συνειδητή. Με διαβεβαίωσε ότι δεν έκανε τίποτα σπουδαίο – αν και οι δυο ξέραμε τι θα μπορούσε να είχε κάνει – και μου ευχήθηκε να έχω καλό βράδυ. Προχώρησα προς την κεντρική είσοδο του σταθμού για να βρω τη φίλη μου και σκεφτόμουν ότι μέσα σ’ ένα βράδυ είχα βοηθηθεί χωρίς να το περιμένω από ανθρώπους που δε με ήξεραν και δε θα με ξανάβλεπαν ποτέ στη ζωή τους. Εντελώς ξαφνικά μου ήρθαν τα τελευταία λόγια που ο Τεννεσσί  Ουίλιαμς έβαλε στην Μπλανς Ντιμπουά να πει στο «Λεωφορείον ο Πόθος». «Πάντα βασιζόμουν στην καλοσύνη των ξένων» λέει η Μπλανς και αφήνεται στον υπάλληλο που ήρθε να την πάρει για να την οδηγήσει στη ψυχιατρική κλινική, κατόπιν εντολής του άντρα της αδερφής της, Στάνλεϊ. Δύσκολη και βαριά κουβέντα αυτή της Μπλανς. Δεν ξέρω αν δείχνει την παραίτηση της ή την τυφλή, ανόητη εμπιστοσύνη της στους πάντες, αλλά σίγουρα διαθέτει κι ένα άλλο, βαθύτερο νόημα. Αυτό που σκεφτόμουν χθες ήταν αυτό που, σχεδόν ενστικτωδώς, πίστευα πάντα. Κάποιοι άνθρωποι, όχι πολλοί δυστυχώς, βρίσκονται σε θέσεις και τους έχει δοθεί το δικαίωμα από τους Κανόνες ή από άλλους ανθρώπους, να πράξουν αυστηρά και πολλές φορές χωρίς λογική, επικαλούμενοι το καθήκον τους και τις αρμοδιότητες τους, αλλά παρ’ όλα αυτά εκείνοι επιλέγουν να ζουν πότε-πότε με τις εξαιρέσεις. Αυτοί οι άνθρωποι είναι πολύ καλοί στη δουλειά τους, συνεπείς, δίκαιοι αλλά δε θεωρούν μέσω της δουλειάς τους ή του «αξιώματος» τους  ότι μπορούν να ισοπεδώσουν τα πάντα ή να συμπεριφέρονται σε όλους με τον ίδιο τρόπο. Ακόμη χειρότερα δεν είναι άνθρωποι που θα κοιτάξουν μόνο το προσωπικό ή επαγγελματικό τους συμφέρον αφήνοντας τους άλλους να βουλιάξουν ή να κόψουν το λαιμό τους. Θα δουν τη διαφορετικότητα, το δίκιο της κάθε περίστασης και ίσως μάλιστα να κάνουν και τα «στραβά μάτια» αν δουν ότι χωρίς να διακινδυνεύσουν κάτι, μπορούν να βοηθήσουν έναν άνθρωπο που χωρίς ιδιοτέλεια βρέθηκε μπλεγμένος ή σε μεγάλη ανάγκη.

Ποιο είναι το τελικό μου συμπέρασμα; Ότι υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που θα τους συναντήσεις τυχαία και οι οποίοι μπορούν να σε ρημάξουν με τον χ τρόπο χωρίς να τους νοιάζει ή να είναι πρόβλημα τους. Όμως δε θα το κάνουν παρ’ όλο που μπορούν. Αυτό θα ήταν καλό να το θυμόμαστε, ώστε όταν αργότερα έρθουμε εμείς στη θέση αυτού που μπορεί απλά να ρημάξει κάποιον, τότε ίσως να άξιζε να σκεφτούμε αν πρέπει να το κάνουμε ή αν μπορούμε να βοηθήσουμε, απλά και μόνο επειδή μπορούμε, χωρίς κάποιο προσωπικό όφελος. Αυτό έλεγα και στη φίλη μου μες το αμάξι καθώς οδηγούσαμε προς το Μάαστριχτ και της διηγιόμουν όλο το ταξίδι μου και τις τελευταίες ώρες που ένιωθα ότι είχα πάρει συμπυκνωμένες εμπειρίες ζωής. Εκείνη χαμογελούσε και έδειχνε να καταλαβαίνει πως ένιωθα, αλλά γρήγορα με ρώτησε αν ήθελα να φάω κάτι. Ζημιά! Σταμάτησα ξαφνικά να μιλάω για τα συναισθήματα μου και θυμήθηκα το στομάχι μου που εδώ και ώρες γουργούριζε. Γρήγορα κατευθυνθήκαμε στο πλησιέστερο φαστφουντάδικο για να πάρουμε δυνάμεις.

Advertisements

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Ο ελεγκτής

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s