Πόνος: φίλος ή εχθρός;

Ο πόνος είναι μια σχεδόν καθημερινή πραγματικότητα στη ζωή κάθε έμβιου όντος. Ο άνθρωπος κόβει το δάχτυλο του και πονάει, ένα ζώο τραυματίζεται και υποφέρει από τις πληγές του, ακόμα και τα φυτά, όπως μου είχαν πει κάποτε, «πονάνε» -κόβοντας τα, παθαίνουν ένα είδος «σοκ» (έχω μάθει πολλά ενδιαφέροντα πράγματα γύρω από τη «ψυχολογία» των φυτών, τα οποία ίσως και μοιραστώ κάποια άλλη στιγμή). Το συμπέρασμα λοιπόν είναι ότι δεν υπάρχει κάτι που ν’ αναπνέει και να μην πονάει. Γιατί; Τι σημαίνει πόνος και γιατί είναι αναγκαίος για κάθε ζωντανό οργανισμό;

Από μαθήτρια θυμάμαι στα βιβλία της βιολογίας να διαβάζω ότι ο πόνος είναι απαραίτητος καθώς αποτελεί προειδοποίηση ότι κάτι δεν πάει «καλά» στον οργανισμό μας. Αν δεν υπήρχε ο πόνος, δε θα αντιλαμβανόμασταν κάποια ανισορροπία, δε θα μεταφέραμε την προσοχή μας κάπου αλλού και το «κακό» θα δούλευε υπογείως, λογικά μέχρι να προκαλέσει κάτι πολύ σοβαρό και πλέον εμφανές. Άρα, ο πόνος εδώ λειτουργεί προστατευτικά. Φθάνει σαν μήνυμα στον εγκέφαλο τ’ οποίο μας προκαλεί δυσφορία και η προσοχή μας πια επικεντρώνεται στο δυσάρεστο σωματικό «γεγονός» που βιώνουμε. Αλλά μήπως γι’ αυτό τελικά ο πόνος είναι και «φίλος»; Μήπως τελικά το χρέος κάθε φίλου είναι να μας ανοίγει τα μάτια, παρά την όποια δυσφορία θα μας δημιουργήσει;

Φυσικά, οι ιατρικές μου γνώσεις είναι πολύ περιορισμένες για να διατυπώσω κάποια περαιτέρω άποψη περί σωματικού πόνου και φυσικά ο σκοπός αυτού του άρθρου είναι άλλος. Ας περάσω λοιπόν κατευθείαν στο θέμα του ψυχικού πόνου.

Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποιος επιστημονικός ορισμός για την έννοια «ψυχικός πόνος» αλλά οι ψυχολόγοι τις περισσότερες φορές τον συνδέουν με τη θλίψη, την απώλεια, το στρες ή την πικρία. Γι’ αυτό και θα αναφερθώ σε μερικούς φιλοσοφικούς ορισμούς του πόνου, που αγαπώ πολύ. «Ο ανθρώπινος πόνος προέρχεται από την άρνηση του γεγονότος ότι όλα στον κόσμο έχουν ημερομηνία λήξεως: οι έρωτες, οι φιλίες, η ευτυχία, ακόμη και η ίδια η ζωή» γράφει κάπου ο Καθηγητής Κοινωνιολογίας, Δημήτρης Χορόσκελης, ενώ χιλιάδες χρόνια πριν ο Αριστοτέλης είχε πει: «Πίσω από κάθε πόνο σου στέκει ένα λάθος σου». Υπάρχουν εκατομμύρια αποφθέγματα περί πόνου και ψυχικής οδύνης, τα οποία κατά καιρούς τα έχουμε διαβάσει όλοι μας κι έχουμε αναστενάξει κουνώντας συγκαταβατικά το κεφάλι (ξέρουμε ότι απλά είναι η αλήθεια) αλλά σε αντίθεση με συναισθήματα και καταστάσεις όπως είναι η αγάπη, ο έρωτας, η καλοσύνη, η φιλία και τόσα άλλα, ο πόνος παραμένει το «μαύρο» πρόβατο του ψυχικού μας κόσμου. Όσο και να διαβάσουμε, όσο και να καταλάβουμε τους μηχανισμούς του, πολλές φορές αρνούμαστε να τον δεχτούμε, να τον επεξεργαστούμε, να τον δούμε λίγο διαφορετικά. Κι αυτό είναι πολύ περίεργο αν σκεφτούμε τελείως λογικά, ότι δηλαδή ο πόνος αποτελεί το πιο συχνό μας συναίσθημα, άρα και κανένα άλλο συναίσθημα δε θα βιώσουμε τόσο απόλυτα και σε όλες του τις εκφάνσεις, όσο αυτό του πόνου. Γιατί λοιπόν επιμένουμε να του αντιστεκόμαστε και δεν μπορούμε να το δούμε λίγο πιο «φιλικά»;

Η πρώτη πρόχειρη, γρήγορη και πιο εύκολη δικαιολογία που έρχεται στο μυαλό όλων μας είναι η εξής:  «Γιατί να συμφιλιωθώ με κάτι που ξέρω ότι είναι δυσάρεστο και τ’ οποίο κάθε φορά με κάνει να υποφέρω ποικιλοτρόπως»; Σωστή σαν πρώτη προσέγγιση αλλά όπως είπα ταχύτατη και αρκετά «ρηχή».  Βέβαια, θα αντιδράσει και πάλι κάποιος και θα πει: «Αν υπάρχει κάποιος που ευχαριστιέται να πονάει, να σηκώσει το χέρι». Εγώ τότε, δεχόμενη την πρόκληση θα σηκώσω το χέρι και ταυτόχρονα θα σπεύσω να δηλώσω – για να μη φάω και ξύλο δηλαδή! –  «Εξαρτάται πως το βλέπεις το όλο ζήτημα».

Είμαι Ελληνίδα, γεννήθηκα και μεγάλωσα σ’ ένα κράτος της νοτιοανατολικής Ευρώπης, η οποία Ευρώπη είναι μέρος του δυτικού, προηγμένου κόσμου (δέχομαι πως ο όρος που χρησιμοποιώ φαντάζει σχεδόν ειρωνικός στις μέρες μας, αλλά σας παρακαλώ το θέμα αυτό να το πιάσουμε μιαν άλλη στιγμή!). Γεννημένη λοιπόν σ’ ένα προηγμένο και πρώην πλούσιο κράτος, έζησα μια ζωή αρκετά εύκολη, αν σκεφτεί κανείς ότι δεν ήμουν κόρη εφοπλιστή ή βιομηχάνου, αλλά παρ’ όλα αυτά άνηκα στο 8% του παγκόσμιου πληθυσμού και έτσι είχα ένα σπίτι να μένω, φαγητό, πόσιμο νερό, ρούχα, εκπαίδευση και κάποια χρήματα έξτρα για να μην «πλήττω» απ’ τη βολεμένη και ήσυχη καθημερινότητα μου. Πραγματικά εύκολη και άνετη ζωή!

Ταυτόχρονα βέβαια, μεγάλωνα και συνεχίζω να μεγαλώνω στο δυτικό καπιταλιστικό σύστημα τ’ οποίο εδώ και πολλά χρόνια μεγαλώνει ανθρώπους που προορίζονται γι’ αυριανές «μηχανές» που θα δουλεύουν και θα προσφέρουν κέρδος στον κάθε ιδιώτη, ενώ όσοι κάποια στιγμή αποκτήσουν λεφτά θα γίνουν αφεντικά και θα εκμεταλλεύονται τους υπολοίπους. Δε θα το κρίνω ως καλό ή κακό, γιατί ο καθένας μπορεί να έχει την άποψη του και να «θεοποιεί» όποιο πολιτικό/κοινωνικό σύστημα τον εκφράζει. Εγώ απλά μπορώ να πω ότι δεν είναι σίγουρα το καλύτερο σύστημα – από πολιτικής, κοινωνικής, ηθικής, ιδεαλιστικής άποψης – που θα μπορούσε η ανθρωπότητα να έχει, απόδειξη πως με τα χρόνια δημιουργούνται όλο και περισσότερες δυσάρεστες καταστάσεις –παντός τύπου και προς πάσα κατεύθυνση – εξαιτίας του. Αλλά επειδή δε θα μπω στη διαδικασία να προτείνω  τώρα κάτι νέο και μοντέρνο – δεν έχω ούτε τις γνώσεις, ούτε το θάρρος και προπάντων την εμπειρία να το κάνω  – θα πω πως το σύστημα μας έτσι είναι και αν δεν αλλάξουν γενικώς οι άνθρωποι και οι καταστάσεις, έτσι θα συνεχίσει να είναι κι εμείς απλά πρέπει να «κολυμπήσουμε» σ’ αυτή τη μεγάλη, φουρτουνιασμένη «θάλασσα».

Βεβαίως, δεν υπήρχε περίπτωση να προχωρήσω παρακάτω χωρίς να διευκρινίσω: στην πάνω παράγραφο ανέφερα «δυτικό καπιταλιστικό σύστημα». Πριν έρθει λοιπόν κάποιος να μου πει: «Γιατί στην Ανατολή δεν έχουν καπιταλισμό; Οι ιδιώτες εκεί ή το κράτος δεν εκμεταλλεύονται τους εργαζόμενους για να τα οικονομάνε;». «Σε πολύ χειρότερο βαθμό» θα πω κατευθείαν εγώ, αλλά θα επισημάνω και μια διαφορά. Στην Κίνα ξέρουν οι εργαζόμενοι ότι πάντα θα δουλεύουν σ’ ένα εργοστάσιο, 12 με 16 ώρες τη μέρα για ένα ευρώ μεροκάματο και μια κούπα ρύζι. Στην Ινδία πάνω-κάτω το ίδιο, για μια κούπα από τα καυτερά φαγητά τους. Στη Μογγολία το ίδιο, στην Ιαπωνία το ίδιο. Αυτό που δεν έχουμε καταλάβει όμως είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι ξέρουν ότι θα είναι έτσι η ζωή τους και προγραμματίζουν τις επιλογές τους με βάση το «ριζικό» τους. Κι αυτή είναι η μεγαλύτερη διαφορά για ‘μένα, μεταξύ δυτικού και ανατολικού καπιταλιστικού συστήματος! Οι άνθρωποι στην ανατολή δεν πίστεψαν ποτέ ότι θα γίνουν αφεντικά δουλεύοντας για ένα ευρώ τη μέρα, ενώ στο δυτικό κόσμο, η στημένη παγίδα εδώ και πόσα χρόνια είναι μία: δουλέψτε και μια μέρα θα γίνετε εσείς αφεντικά και θα δουλέψουν οι άλλοι για εσάς! Όποιος στο δυτικό κόσμο δεν έχει πει ή έστω δεν έχει ακούσει από κάποιον, κάπου, κάποτε αυτή την φράση, μάλλον ζει σε άλλο κόσμο!

Έτσι λοιπόν κάθε μέρα εδώ και χρόνια γεννιούνται παιδιά στις προηγμένες δυτικές χώρες, τα οποία γαλουχούνται με την ιδέα ότι θα έχουν πάντα οικονομική ασφάλεια, γιατί γεννήθηκαν στη «Γη της Επαγγελίας» και δεν είναι σαν τα φτωχά κινεζάκια που τρώνε μόνο ρυζάκι! Το Αμερικανικό Όνειρο έχει «πουλήσει» τόσο πολύ σε όλο τον δυτικό κόσμο που όλοι πια θεωρούν αδιανόητο το να εγκαταλείψουν τις καθημερινές και πλέον «απαραίτητες»  συνήθειες τους, αφού μεγάλωσαν πιστεύοντας πως δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς αυτές. Φταίνε οι άνθρωποι για όσα πιστεύουν; Και ναι και όχι, πιστεύω. Σίγουρα δε φταις για την πλύση εγκεφάλου και έχεις υποστεί από την κούνια σου, ούτε για το που γεννήθηκες και το ποιοι σε μεγάλωσαν. Φταις όμως επειδή όταν μεγάλωσες και κατάλαβες τη μεγάλη απάτη, τη «φούσκα» που έχεις γύρω σου –  την οποία αν δεν την παρατηρήσεις σχολαστικά, επειδή δεν είσαι εκπαιδευμένος να την αναγνωρίζεις, δε θα την καταλάβεις! – ίσως προτίμησες να μη δώσεις σημασία. Στη μέση λοιπόν: από τη μια ένοχος αλλά απ’ την άλλη εντελώς αβοήθητος και απροετοίμαστος για τις μεγάλες Αλήθειες.

Τελειώνω λοιπόν εδώ την εισαγωγή μου για να μπω στο κυρίως θέμα και φυσικά να πω ότι όσα έγραψα παραπάνω αποτελούν απλά το λόγο και την απάντηση του δεύτερου σκέλους της αρχικής μου ερώτησης. Γιατί δηλαδή οι άνθρωποι βλέπουν τον πόνο σαν «εχθρό». Θεωρώ πως δε θα μπορούσα να διατυπώσω τις αμέσως επόμενες σκέψεις μου, αν δεν έκανα αυτό το γενικό σχόλιο για την κοινωνικό-πολιτική κατάσταση μες απ’ την οποία προήλθαμε και που δυστυχώς πια έχει «ποτίσει» αρκετά το μυαλό μας κάνοντας μας όλους ανεξαιρέτως – ακόμη και τους πιο «αντιστασιακούς» και καλά ενημερωμένους – να βλέπουμε την πραγματικότητα παραμορφωμένη και μόνο από μια οπτική γωνία – αυτή που μας μάθανε!

Μες σ’ αυτή τη «φούσκα» λοιπόν που μεγαλώσαμε, μάθαμε ότι πάντα θα τα έχουμε όλα κι εύκολα – ενώ για πλάκα γινόμαστε και πλανητάρχες μια μέρα (κάποιοι ηλίθιοι που το πίστεψαν, κατάφεραν να γίνουν πρόεδροι στην Αμερική!) – επειδή είμαστε «όμορφοι», επειδή τα δικαιούμαστε όλα, επειδή ο Θεός μας αγαπάει, επειδή είμαστε οι Εκλεκτοί Του, επειδή γεννηθήκαμε σε εύφορα εδάφη και όχι στην έρημο Σαχάρα, επειδή έχουμε καλούς πολιτικούς που μας αγαπάνε…. Επειδή… επειδή… επειδή… η φαντασία μου γίνεται ανεξάντλητη (θα το παρατηρήσατε) οπότε σταματάω εδώ. Πολλοί λοιπόν οι λόγοι και οι δικαιολογίες που θα μπορούσαμε να σκαρφιστούμε για να δικαιολογήσουμε το γιατί ζούμε μια «ζωάρα» εμείς, ενώ όλοι οι άλλοι στον πλανήτη Γη πεθαίνουν. «Με κάποιον τρόπο πάντα, πρέπει να ηρεμούμε τη συνείδηση μας, ώστε να μπορούμε να κοιμόμαστε τα βράδια μακάρια!» μου λέει συχνά ένας φίλος. Άρα αν πρέπει μονίμως να αποφεύγουμε κάθε δυσάρεστη, ένοχη και βασανιστική σκέψη, επειδή έτσι μας μάθανε να κάνουμε, έρχομαι εγώ ν’ αναρωτηθώ: ο πόνος πού θα πάει; Δεδομένου ότι θα έρχεται συχνά-πυκνά στη ζωή μας, όταν φτάσει πού θα χωρέσει;

Ο πόνος υπάρχει παντού στον κόσμο. Σε παλάτια και καλύβες, σε ερήμους και σε πόλεις, σε δάση και σε μικρά νησιά χαμένα μες τους ωκεανούς. Όλοι οι άνθρωποι πονάνε κι ας πονάει ο καθένας για διαφορετικούς λόγους. Το θέμα είναι πώς αντιλαμβάνεται ο καθένας τον πόνο και πώς τον διαχειρίζεται; Εδώ έρχεται να κολλήσει όλη η εισαγωγή μου για τον τρόπο που ένας άνθρωπος μεγαλώνει και για το τι ιδέες κουβαλά ώστε να διαχειρίζεται κάθε είδους καταστάσεις στη ζωή του. Να λοιπόν, το μεγάλο χάσμα περί αντίληψης του πόνου, μεταξύ δυτικού και ανατολικού κόσμου. Οι άνθρωποι μεγαλώνοντας διαφορετικά και διαμορφώνοντας πολύ αλλιώτικες απόψεις, μοιάζουν να «πονάνε» και διαφορετικά. Πώς; Μα είναι πολύ απλό: οι ανατολικοί καλοδέχονται τον πόνο και οι δυτικοί δεν τον θέλουν καθόλου. Απόδειξη ότι η Αμερική έχει ανακηρυχθεί η «χώρα του Ζάναξ» και κάθε είδους ηρεμιστικού και αντικαταθλιπτικού, ενώ αυτή η τάση εξαπλώνεται όλο και περισσότερο στην Ευρώπη την τελευταία δεκαετία. Τα στατιστικά στοιχεία έρχονται να μιλήσουν για το μεγάλο ζήτημα και την αργή καταστροφή της ψυχικής υγείας του δυτικού ανθρώπου: μέχρι το 2020, η κατάθλιψη θα αποτελεί τη δεύτερη συχνότερη αιτία θανάτου, αμέσως μετά τον καρκίνο. Γιατί; Πώς φτάνουν πια οι άνθρωποι σ’ αυτό το αποτέλεσμα; Τι βιώνει η ανθρώπινη ψυχή που μοιάζει να μην μπορεί πια να το αντιμετωπίσει;

Οι απαντήσεις είναι πολλές και ο καθένας μπορεί να βρει κι από έναν καλό λόγο ν’ αναφέρει. Εγώ θ’ αναφέρω τον δικό μου λόγο, την αιτία που εγώ έχω εντοπίσει ως πηγή της δυστυχίας του δυτικού κόσμου – αυτό δε θα πάψω να το επαναλαμβάνω  – και δικιά μου φυσικά. «Οι άνθρωποι δεν ξέρουν να πονάνε» είπα κάποτε σε μια φίλη μου, ενώ μιλούσαμε και μου έλεγε ότι η σχέση με το αγόρι της δεν πήγαινε πολύ καλά. Χρειάστηκε αρκετή προσπάθεια και υπομονή από μέρους μου, για να της εξηγήσω ότι δεν αμφισβήτησα τ’ ότι πονούσε. Τόνιζα ότι απλά δεν ήξερε κι αυτή, όπως όλοι μας, πώς να πονάει σωστά.

Στα περισσότερα αποφθέγματα περί πόνου, περίοπτη θέση και πολύ λογικά, κατέχουν οι φράσεις του Βούδα. Η δικιά μου αγαπημένη: «Ο πόνος είναι φορέας συνείδησης». Κι από εδώ ξεκινάνε όλα! Όλος ο βουδισμός ως θρησκεία, ως φιλοσοφία και πλέον ως ο καλύτερος τρόπος ζωής και αντιμετώπισης οποιασδήποτε κατάστασης – κατά την άποψη τη δική μου πάντα! – βασίζεται στο συναίσθημα του πόνου. «Όλα είναι πόνος» λένε οι μοναχοί στο Θιβέτ και αφήνουν άφωνους τους δυτικούς που αναρωτιούνται, πώς είναι δυνατόν να λέμε αλλά και να δεχόμαστε ότι όλη η ζωή είναι ένας πόνος;  Πρώτον, αυτό δε θα ήταν ένα συνεχές μαρτύριο; Δεύτερον και πιο βασικό, τις στιγμές που νιώθω ευτυχισμένος, δεν είμαι; Είναι ψευδαίσθηση;  Κι εδώ πρέπει να δοθούν οπωσδήποτε οι απαραίτητες διευκρινίσεις.

Όταν οι βουδιστές λένε ότι «όλα είναι πόνος» δεν εννοούν ούτε ότι έχουμε παραισθήσεις  χαράς, ενώ πονάμε, ούτε φυσικά ότι ζούμε ένα διαρκές μαρτύριο. Εννοούν απλά, ότι κάθε τι στη ζωή που μπορεί να έχει μιαν αξία, είναι άμεσα συνυφασμένο με τον πόνο. Ο πόνος για τους βουδιστές είναι το πρωταρχικό συναίσθημα γιατί η βίωση του πόνου είναι ο μόνος τρόπος να εξελιχθείς πνευματικά και με τον καιρό να τα βρεις περισσότερο με τον εαυτό σου. Από αυτή την άποψη και χαρούμενος είσαι και παραισθήσεις δεν έχεις, αλλά οι βουδιστές σε συμβουλεύουν να περιμένεις την επόμενη στιγμή πόνου, προκειμένου να νιώσεις ότι κάτι αληθινά «σημαντικό» συμβαίνει στη ζωή σου. Απ’ αυτή την άποψη λοιπόν, κάθε τι που αξίζει, είναι επώδυνο. Όλα είναι πόνος, γιατί κάθε τι πολύτιμο μας πονάει. Αρκεί να θυμηθούμε εμείς που μιλάμε ελληνικά και ανήκουμε στις νεότερες γενιές, ένα τραγούδι του συγκροτήματος Πυξ Λαξ, που λέει «Ό,τι αξίζει, πονάει και είναι δύσκολο» για να καταλάβουμε λίγο πιο μελωδικά, αυτό που συζητάμε.

«Ο πόνος είναι φορέας συνείδησης» και λογικά είναι και ο μοναδικός φορέας που ο άνθρωπος αναγνωρίζει, έρχομαι να συμπληρώσω εγώ. Δεν υπάρχει τίποτα που να το βιώνουμε σωστά, βαθιά, συνειδητά και να μην συνδέεται με τον πόνο. Τίποτα απολύτως! Οι καταστάσεις χαράς και ευτυχίας είναι μια μεγάλη ανακούφιση και μια «ανταμοιβή» για τον μεγάλο αγώνα και το διαρκές τρέξιμο της ζωής μας, αλλά ποτέ δεν αποτέλεσαν τον τρόπο και το δρόμο να σκεφτούμε. Η ευτυχία δεν ήταν, ούτε και θ’ αποτελέσει ποτέ φορέα σκέψης και συνειδητοποίησης. Ο άνθρωπος μες τη μακάρια αποχαύνωση του, και λογικά να το δούμε, είναι αδύνατον να σκεφτεί και το κυριότερο να καταλάβει. Στο χειρουργείο, μας ναρκώνουν για να μην αντιλαμβανόμαστε αυτό που μας συμβαίνει σωματικά, γιατί ο επερχόμενος πόνος που θα βιώναμε αν παραμέναμε ξύπνιοι, θα ήταν τόσο βαθύς, που προφανώς δε θα επιβιώναμε αν τον νιώθαμε. Η ευτυχία λειτουργεί εξίσου «υπνωτιστικά» και είναι εκεί για να «πάρει» για λίγο τη συνείδηση μας και να την πάει μακριά. Πώς θα επανέλθει η συνείδηση μας στην αφυπνισμένη κατάσταση της; Μα με τον πόνο φυσικά!

«Ο πόνος δεν έχει άλλη αιτία από την άγνοια» λέει ακόμα μια φορά ο Βούδας. Αυτό είναι και το μεγαλύτερο κακό που κάνουν οι άνθρωποι του δυτικού κόσμου στον εαυτό τους. Ποτέ δεν αναρωτιούνται γιατί συμβαίνει αυτό που τους συμβαίνει. Κοιτάνε απλά να απαλλαγούν από το «κακό» που ήρθε ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΟ και τους βρήκε, ενώ δεν προσπαθούν στο ελάχιστο να καταλάβουν αν αυτοί φταίξανε σε κάτι, αν συνέβη κάτι τ’ οποίο δεν αντιλήφθηκαν, ακόμα αν κάτι έξω  απ’ αυτούς έπαιξε ρόλο και βιώνουν τώρα αυτή τη δυσάρεστη συγκυρία. Τέλος πάντων, απλά να ψάξουν για μια αιτία που θα δώσει ένα νόημα στην αγωνία τους και θ’ απαλύνει την ανάγκη τους να απαλλαγούν από τον πόνο. Όταν ο άνθρωπος ξεφεύγει από την άγνοια, βλέπει και τον πόνο με διαφορετικό μάτι. Ο πόνος έτσι παύει να είναι «θανάσιμος εχθρός» και ίσως μια μέρα γίνει και «φίλος».

Οι άνθρωποι στον δυτικό κόσμο υποφέρουμε γιατί δεν ξέρουμε να πονάμε, ενώ πολλές φορές δε θέλουμε και να μάθουμε να πονάμε. Με αυτό τον τρόπο βυθιζόμαστε ακόμη περισσότερο στο αδιέξοδο μας και επιλέγουμε «να πεθάνουμε, παρά να σκεφτούμε» όπως έλεγε και ο Μπέρτραντ Ράσελ. Μόνο όμως αν μπει κάποιος στη διαδικασία να «ξεγυμνώσει» τον πόνο του, να τον δει στις πραγματικές του διαστάσεις και να τον βιώσει χωρίς δειλία, θα καταφέρει όχι ν’ απαλλαγεί, αλλά να ζήσει συμφιλιωμένος με αυτόν. Εξάλλου, είπαμε: ο πόνος δεν πρέπει να φύγει, τον χρειαζόμαστε να μας προειδοποιεί για το πότε κάτι δεν λειτουργεί σωστά.

Όσο οι δυτικοί καταπίνουν χάπια για να μπορέσουν να κοιμηθούν, τόσο οι περισσότεροι ανατολικοί βιώνουν τη ζωή τους όπως έρχεται και περιμένουν με ηρεμία να ‘ρθουν και τα καλά και τα κακά, και η ζωή και ο θάνατος. Όσο πιο συμφιλιωμένοι είναι οι ανατολικοί με την οδύνη της ζωής, τόσο πιο εξαγριωμένοι  είναι οι δυτικοί μαζί της και θέλουν να τη διώξουν και να ξεχάσουν ότι υπήρξε. Τι συμβαίνει, τελικά; Απλά οι ανατολικοί ζουν πιο φτωχά, πιο ταλαιπωρημένα, αλλά και πιο ήρεμα και συνειδητοποιημένα  παίρνοντας τη ζωή όπως έρχεται και αρκετές φορές μάλιστα κάνουν ρεκόρ μακροζωΐας στο βιβλίο Γκίνες, ενώ οι δυτικοί ζουν πιο πλούσια, άνετα, με περισσότερο άγχος, έντονη θλίψη και κινδυνεύουν να πεθάνουν νωρίς από κατάθλιψη ή καρκίνο (επίσης πολλές φορές προϊόν χρόνιων αρνητικών συναισθημάτων). Μήπως τελικά πρέπει να διαλέξουμε ένα από τα δυο μοντέλα ζωής με βάση τα υπέρ και τα κατά του;

«Γι’ αυτό που σου μαθαίνει, ο πόνος δεν αξίζει» άκουσα κάποιον να λέει. Συνέχισε, υποστηρίζοντας ότι πέρα από κάποια μαθήματα ζωής – τα οποία δεν γίνονται και αντιληπτά από όλους τους ανθρώπους – τις περισσότερες φορές ο πόνος είναι μάταιος και οι άνθρωποι υποφέρουν πολύ περισσότερο απ’ όσο πρέπει. Καταλάβαινα που το πήγαινε αλλά και πάλι δεν μπορούσα να του πω ότι έχει απόλυτο δίκιο ή να μη φέρω καμιά αντίρρηση. Βέβαια, η γνώμη του αντιπροσώπευε τη στάση πολλών ανθρώπων απέναντι στον πόνο. «Οι άνθρωποι ανάμεσα στον πόνο και στο τίποτα, διαλέγουν το τίποτα» έλεγε σ’ ένα βιβλίο του ο Λεό Μπουσκάλια, απορώντας πως είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό. Είναι όμως, αν σκεφτούμε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι, πραγματικά δεν πιστεύουν ότι ο πόνος αξίζει ή ακόμη περισσότερο, ότι όλοι οι άνθρωποι πονάμε με την ίδια ένταση και με την ίδια συχνότητα.

Ναι, ισχύει αυτό αλλά και πάλι πού είναι το κακό σε όλο αυτό;  Δηλαδή ο μόνος στόχος μας είναι να πονάμε λιγότερο από το διπλανό μας; Αυτό μας υπαγορεύει ο εγωισμός μας; Εδώ οι αντιλήψεις μας τ’ ότι είμαστε μοναδικές περιπτώσεις και το κέντρο του σύμπαντος πάνε περίπατο; Σαν μοναδικά όντα να κάτσουμε και να πονάμε μοναδικά και να καταπίνουμε τα δάκρυα μας χωρίς να κοιτάμε αν τα δάκρυα του διπλανού μας είναι πιο πολλά ή πιο λίγα. Ζούμε τη δική μας ζωή και πονάμε για τα δικά μας ατομικά ζητήματα και κλαίμε για τους δικούς μας προσωπικούς λόγους.

Κι αν το κομμάτι της ατομικής ευθύνης που λέει και ο «συνάδελφος»  – δε συγκινεί  ή δε μοιάζει ν’ απασχολεί πολλούς, να πω ακόμα ότι ο πόνος είναι και η τελευταία απόδειξη ότι ζήσαμε κάτι που ν’ άξιζε σ’ αυτή τη ρημάδα τη ζωή. «Πόνεσα, άρα έζησα» λέει ο Γάλλος συγγραφέας Μυσσέ κι έρχεται  να επισφραγίσει το συμπέρασμα που έβγαλα βλέποντας μια σκηνή από μια πολύ αγαπημένη μου ταινία, στην οποία ένας ηλικιωμένος άντρας λέει σ’ έναν αρκετά νεότερο του: «Η καρδιά σου μοιάζει ραγισμένη κι αυτό μόνο καλό μπορεί να είναι. Το γεγονός ότι πληγώθηκες, δείχνει ότι κάποτε προσπάθησες για κάτι, ήλπισες και περίμενες. Όταν νιώσεις έτοιμος,  απλά ξανά κάν’ το».

2 thoughts on “Πόνος: φίλος ή εχθρός;

  1. Πολύ ωραίες σκέψεις! Η μοναδική ένσταση που θα είχα να κάνω είναι στο ότι αυτή η κοσμοθεωρία που έχουν οι ανατολικοί τους οδηγεί περισσότερο στην μοιρολατρική θεώρηση των πραγμάτων («δεν έχει νόημα να καλυτερέψω τις συνθήκες ζωής μου, γιατί καλά κάνω που υποφέρω» – βλ. κάρμα), επομένως νομίζω ότι η αλήθεια, όπως συνήθως, βρίσκεται κάπου στη μέση! Άλλωστε το είπες και στην αρχή, με αφορμή τον σωματικό πόνο: Είναι ένα κάλεσμα σε εγρήγορση για να αλλάξουμε πορεία! Ευεργετικό, αλλά μόνο αν μας γίνει μάθημα!😉

  2. Καταρχάς σ’ ευχαριστώ πολύ για το σχόλιο σου και τις παρατηρήσεις σου. Δέχομαι την προσέγγιση σου ως έναν τρόπο ερμηνείας της ανατολικής σκέψης (εξάλλου εγώ είμαι δυτική οπότε δεν μπορώ να τα ξέρω όλα με απόλυτη ακρίβεια!), απλά να πω πως το κάρμα απ’ όσο ξέρω το αντιλαμβάνονται ως το «γραμμένο» τους που πρέπει να βιώσουν για να πάρουν ένα καλό μάθημα στη ζωή τους. Θέλω να πιστεύω ότι είναι επαρκώς ενεργητικοί ώστε να μη δέχονται απλά τη ζωή όπως έρχεται, αλλά να μπαίνουν στη διαδικασία να πράττουν δυναμικά για το καλό τους! Αν δεν το κάνουν, αλοίμονο τους!!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s