Το δέρμα που κατοικώ

«La piel que habito» – Pedro Almodovar

Από τον κύριο Πέδρο Αλμοδόβαρ, βεβαίως, βεβαίως! Ο τίτλος της ταινίας στα ισπανικά είναι «La piel que habito» και παίχτηκε στους κινηματογράφους το φθινόπωρο της περασμένης χρονιάς.  Εγώ την είδα στις 2 Νοεμβρίου 2011 (το θυμάμαι γιατί  εκείνη τη μέρα μου συνέβησαν πολλά ωραία και σημαντικά πράγματα στη ζωή μου) στον κινηματογράφο Ολύμπιον, στην Πλατεία Αριστοτέλους. Δεν ήξερα ακριβώς τι πήγαινα να δω, μόνο κατά προσέγγιση,  καθώς μέχρι τότε είχα παρακολουθήσει πολύ λίγο Αλμοδόβαρ στη ζωή μου(μιάμιση ταινία του είχα δει για την ακρίβεια – ολόκληρο το «Μίλα της» και μισό το «Όλα για τη μητέρα μου») αλλά δυο φίλοι καλά γνωρίζοντες του είδους Αλμοδόβαρ μου είπαν χαρακτηριστικά ότι  «ο Πέδρο δεν τους έχει απογοητεύσει ποτέ!». Έτσι με πείσανε κι έκλεισα εισιτήρια για ‘κείνη την Τετάρτη βράδυ.

Η αλήθεια είναι ότι όσα είχα διαβάσει για το «φαινόμενο Αλμοδόβαρ» ήταν ή του ύψους ή του βάθους. Δηλαδή τον Αλμοδόβαρ, είτε που τον λατρεύεις, είτε που τον μισείς. Δύσκολα να βρεις κάποιον που να δηλώσει ουδέτερος, κι αυτό πλέον, ένα χρόνο αργότερα, το βρίσκω τελείως φυσιολογικό καθώς ο Αλμοδόβαρ δεν κάνει ταινίες για να μιλήσει για απλά, καθημερινά αισθήματα ενός ζευγαριού, που γνωρίστηκε στο πανεπιστήμιο, ερωτεύτηκε, παντρεύτηκε σ’ ένα ξωκλήσι και μετά πήγε διακοπές στην  Ίμπιζα (τελείως άσχετο παράδειγμα, απλά ήθελα να μιλήσω για κάτι πολύ «απλό»!). Κάποιοι τον έχουν χαρακτηρίσει «άρρωστο», άλλοι πιο μετριοπαθείς «εκκεντρικό». Άλλοι πιο ένθερμοι υποστηρικτές του, οι οποίοι διδάσκουν κινηματογράφο, έμαθα πως τον αποκαλούν «πραγματικά ξεχωριστό» καθώς δεν μπορούν να τον κατατάξουν σ’ ένα είδος κινηματογράφου. Θεωρούν ότι οι ταινίες του  Αλμοδόβαρ είναι ένα είδος κινηματογράφου από μόνες τους.

Προσωπικά, εγώ θα τον χαρακτήριζα «ακραίο», γιατί οι ταινίες του δεν είναι απλές καθημερινές ιστορίες. Ναι, «αφηγείται» νοσηρές και μη συνηθισμένες καταστάσεις. Ναι, οι ταινίες του μόνο εύπεπτες δε λέγονται. Ναι, πολλές φορές παρακολουθείς και δε φαντάζεσαι τι «τρελό» θα δεις το αμέσως επόμενο λεπτό. Όλα όμως αυτά τα στοιχεία δεν καθιστούν τον Αλμοδόβαρ «ανώμαλο» και τις ταινίες του «σκουπίδια». Το «είδος» Αλμοδόβαρ είναι πάνω απ’ όλα ενδιαφέρον  και οι ταινίες του  πραγματεύονται «τρελές» καταστάσεις, αλλά από την άλλη, αν ήταν ο ίδιος  εδώ  ίσως να έλεγε με απόλυτο ύφος ότι «στη  ζωή τίποτα δεν είναι ακραίο ή παράλογο μέχρι να το ζήσεις!». Και ίσως να είχε και δίκιο. Μόνο να σκεφτεί κανείς με τι ειδήσεις και πληροφορίες απ’ όλο τον κόσμο, «βομβαρδιζόμαστε» καθημερινά, θα συνειδητοποιήσει ότι η παράνοια είναι κάτι παραπάνω από συχνό φαινόμενο, ενώ κάθε στιγμή χτυπά και μια διαφορετική πόρτα.

Το σίγουρο είναι ότι ο ταλαντούχος – χωρίς αμφιβολία – Πέδρο Αλμοδόβαρ τις περισσότερες φορές δείχνει μια εικόνα και ελπίζει ο θεατής του να καταλάβει τις χίλιες λέξεις που εκείνος έχει στο μυαλό του. Έτσι και στην τελευταία του ταινία μιλάει σχεδόν αλληγορικά για παναθρώπινες αξίες και σπουδαία συναισθήματα. Δημιουργεί μια «ανορθόδοξη» κατάσταση για να υμνήσει τη δύναμη, την προσωπική ταυτότητα, τη μνήμη, τη συνείδηση, τη ψυχική ισορροπία, την επιβίωση πέρα από το κάθε τι. Βέβαια, γι’ ακόμη μια φορά επίκεντρο του παραμένει το ανθρώπινο σώμα. Όσο απλό κι αν ακούγεται, για τον Αλμοδόβαρ δεν είναι. Δεν είναι επίσης τυχαίο αυτό που είχα ακούσει κάποτε σ’ ένα ντοκιμαντέρ, ότι ο Αλμοδόβαρ είναι ο μόνος σκηνοθέτης στον κόσμο που έχει αναφερθεί τόσο πολύ στις ταινίες του στη δωρεά οργάνων. Και πριν βιαστεί κάποιος να πει ότι είναι επηρεασμένος από την κουλτούρα της χώρας του – καθώς η Ισπανία σύμφωνα μ’ επίσημα στατιστικά στοιχεία είναι η  χώρα που πανευρωπαϊκά κατέχει έναν αριθμό ρεκόρ δωρητών οργάνων και είναι απ’ τις πρώτες χώρες που κάνουν παντός είδους μεταμοσχεύσεις – να πω ότι προφανώς κρύβεται και κάτι ακόμα πίσω απ’ αυτή την «μανία» του. Στο «Μίλα της» για παράδειγμα χρησιμοποιεί το σώμα μιας γυναίκας σε κώμα για να «παίξει» με σοβαρότατες έννοιες: ζωή, θάνατος, συναίσθηση, αγάπη, αφοσίωση, εκμετάλλευση. Γίνεται σχεδόν ειρωνικός και θρασύς όταν σ’ ένα ακίνητο σώμα, τοποθετεί μια εγκυμοσύνη. Μήπως όμως τελικά αυτό πρέπει να κάνει; Να ειρωνευτεί την ύλη; Να παίξει με το ανθρώπινο σώμα και παράλληλα με την ανθρώπινη ζωή και να δει τι βαραίνει περισσότερο στις αισθήσεις των θεατών;  Νομίζω πως κατά μία έννοια ναι, γιατί η αίσθηση που μου έχει δώσει ο Αλμοδόβαρ μέχρι σήμερα είναι ότι είναι βαθιά σαρκαστικός με τις συμβατικές έννοιες και με το εξωτερικό περίβλημα των πραγμάτων. Πετάει στα μούτρα όλων, μιαν άλλη οπτική  – λιγότερο καθημερινή και εύπεπτη – και περιμένει να δει την αγανάκτηση, την απορία, το σοκ αλλά και κάλλιστα την αποδοχή στα μάτια των υπολοίπων.

Το «Δέρμα που κατοικώ» είναι από τις καλύτερες  και πιο έντονες και αξιομνημόνευτες ταινίες που έχω παρακολουθήσει στη μέχρι τώρα ζωή μου. Πολλοί είπαν ότι ίσως είναι η καλύτερη του Αλμοδόβαρ, αλλά εγώ δεν είμαι ακόμη σε θέση να το πω, καθώς υπάρχουν περίπου είκοσι ταινίες του που ακόμη δεν έχω προλάβει να παρακολουθήσω, αλλά ελπίζω να γίνει κι αυτό σταδιακά.

Τη συστήνω ανεπιφύλακτα σε αυτούς που δε φοβούνται την παντός είδους καλλιτεχνική τόλμη και ενδιαφέρονται να δουν κάποιες διαφορετικές οπτικές αλλά και «ακραίες» καταστάσεις που μπορεί να εμφανιστούν κάλλιστα κάποια στιγμή ακόμη και στη γειτονική τους πόρτα. Ήρθε η ώρα να παραφράσω λίγο και να επαναλάβω με τη σειρά μου, αυτό που μου είπαν κι εμένα περίπου πριν ένα χρόνο: «Ο Πέδρο μέχρι τώρα δε μ’ έχει απογοητεύσει και πιστεύω δεν πρόκειται να απογοητεύσει κι εσάς!».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s