Δείπνο με φίλους

Σπιτικές λιχουδιές…

Παρασκευή βράδυ, ήμουν καλεσμένη για δείπνο, στο σπίτι μιας συμφοιτήτριας μου. Μετά από ένα σωρό αναβολές εδώ κι αρκετό καιρό, λόγω κακοκαιρίας και λοιπών άβολων καταστάσεων, παίρνω το κρασάκι μου και ένα δωράκι, κάνω και το σταυρό μου και ξεκινάω για το σπίτι της. Δεν είναι αστείο, πιστέψτε με! Η βραδινή έξοδος με ποδήλατο στο Μάαστριχτ και δη  στην άλλη μεριά της πόλης, δεν είναι και το πιο απλό πράγμα στον κόσμο. Πέρα απ’ τ’ ότι πρέπει να έχεις σύμμαχο σου τον καιρό – ναι, εδώ είπα ν’ αστειευτώ! -, ακόμη πρέπει να ξέρεις καλά το δρόμο – γιατί διαφορετικά θεώρησε δεδομένο πως θα χαθείς με τρομακτική ευκολία -, ενώ πρέπει να είσαι ξεμέθυστος και πριν αλλά και μετά για να μην πας και πέσεις σε καμιά κολώνα. Φυσικά, το να πάθεις κάτι πολύ σοβαρό, στους άδειους –σχεδόν-  δρόμους του Μάαστριχτ, ξημερώματα της άλλης μέρας, είναι λίγο έως πολύ δύσκολο. Αλλά αν ακούσετε τη συγκάτοικο μου να σας διηγείται τη νύχτα που γυρνώντας, από το κέντρο της πόλης, μεθυσμένη, έπεσε με το ποδήλατο μες τον ίσιο δρόμο και έσπασε το μπροστινό της δόντι και τρέχαμε την άλλη μέρα να βρούμε οδοντίατρο, τότε σίγουρα θα κατανοήσετε ότι κάτι που μοιάζει φαινομενικά εύκολο, μπορεί και να  είναι αντικειμενικά περίπλοκο.

Φτάνω λοιπόν στην άλλη μεριά του ποταμού, έχοντας κάνει ένα γρήγορο «ντουζάκι» στο δρόμο – είπαμε ο καιρός εδώ είναι αχαρακτήριστος! – και περνώντας τη μεσαία γέφυρα του Μάαστριχτ κάνω δεξιά όπως με ειδοποιούσε να κάνω το google maps και βρίσκω τη γωνία που πάλι το google maps με ειδοποιούσε ότι ήταν το σημείο που γύρευα. Κι εκεί αρχίζει η τραγελαφική κατάσταση: να μη μπορώ να βρω με τίποτα την οδό που έψαχνα, να ρωτάω περαστικούς και να μην έχει ιδέα κανένας τους για το που είναι αυτός ο δρόμος, να  βρίσκω έναν άλλον δρόμο που κατά διαβολική σύμπτωση είχε σχεδόν το ίδιο όνομα με αυτόν που γύρευα και απλά κατάλαβα ότι πήγαινα λάθος, αφού είχα διασχίσει πάνω από τον μισό.

Παράλληλα να κουβαλάω και το ποδήλατο μου (γιατί το ψάξιμο πάνω στο ποδήλατο όπως και να το κάνουμε, δεν είναι και ό,τι πιο πρακτικό!) και να συνεχίζει να ψιχαλίζει. Πρέπει να έψαχνα σχεδόν είκοσι λεπτά, όταν αποφάσισα να βγάλω το κινητό μου από την τσάντα μου, για να καλέσω την συμφοιτήτρια μου και να της πω ότι έχω χαθεί και ότι πρέπει να βρω λίγο τον προσανατολισμό μου. Με πρόλαβε όμως εκείνη και τη στιγμή που τράβηξα το κινητό μου, μέσα από τα δεκάδες πράγματα της τσάντας μου – οι άντρες τελικά έχουν δίκιο που μας κοροϊδεύουν! – είδα την οθόνη μου ν’ αναβοσβήνει με τ’ όνομα της πάνω.

Πολύ γρήγορα της εξήγησα ότι μάλλον στέκομαι σε λάθος σημείο. Ακόμη πιο γρήγορα μου πρότεινε να μιλήσω μ’ έναν φίλο της, που βρισκόταν δίπλα της και ο οποίος λογικά μπορούσε καλύτερα να με κατατοπίσει προς τα πού να πάω. Δεύτερη τραγελαφική κατάσταση: να προσπαθείς στα αγγλικά να εξηγήσεις στον άλλον πού είσαι, τι βλέπεις γύρω σου, ποιον δρόμο πήρες κι έφτασες εδώ – άντε πες το στα ολλανδικά δηλαδή! – και παράλληλα ν’ αγωνίζεται ο άλλος να σου εξηγήσει πού στο διάολο είναι ο σωστός ο δρόμος και πού η σωστή στροφή. Μετά από άλλα δέκα λεπτά σχετικής ασυνεννοησίας κάναμε το πιο λογικό: επέστρεψα στην αρχική γέφυρα από την οποία κατέβηκα και ήρθε και με περιμάζεψε ο άνθρωπος από εκεί. Ήταν ξανθός και γαλανομάτης, τυπικός Ολλανδός θα έλεγα και χάρηκα πάρα πολύ όταν τον είδα να προβάλλει από τη γωνία του δρόμου και να κοιτάζει προς το μέρος μου.

Προχωρήσαμε οι τρεις μας – εγώ, αυτός και το ταλαιπωρημένο ποδήλατο μου – και σε περίπου τρία λεπτά φτάσαμε στο σπίτι της συμφοιτήτριας μου, που ναι, ήταν ακριβώς από την αντίθετη κατεύθυνση και όχι, για πρώτη φορά δεν υπήρχε περίπτωση να το ‘βρισκα μόνη μου! Με καμία κυβέρνηση! Εντέλει, μάλιστα, αποδείχτηκε ότι είχα διασχίσει τη «λάθος» γέφυρα  και πιο βολικά έπρεπε να είχα έρθει από την άλλη με τα πολλά φώτα. «Τέλεια» σκέφτηκα τελείως ειρωνικά. Να το εκατομμυριοστό πράγμα που έπρεπε να μάθω, αν δεν ήθελα να χάνομαι σ’ αυτή την πόλη!

Η υποδοχή προς το πρόσωπο μου ήταν κάτι παραπάνω από θερμή και αυτό ανακούφισε την αρχική μου αμηχανία για το στήσιμο και την όλη «ταλαιπωρία» που προξένησα. Πέρα από τη συμφοιτήτρια μου και τον κολλητό της που με παρέλαβε, γνώρισα και την κολλητή της, μια κατάξανθη Ολλανδέζα, τρομερά χαμογελαστή και με υπερβολικά θερμό ταπεραμέντο – σε σημείο που ήθελα να τη ρωτήσω αν η μαμά της την έκανε με κανέναν Ιταλό ή Έλληνα και απλά της το ‘κρυψε πολύ καλά, όλα αυτά τα χρόνια.

Το φαγητό πεντανόστιμο και ποικίλο – από γαρίδες, μέχρι λουκάνικα και μανιτάρια – και σε περίπου μισή ώρα είχε καταβροχθισθεί όλο μαζί με μια γενναία ποσότητα αλκοόλ. Η διασκέδαση και τα ποτά μαζί με μας, μεταφέρθηκαν στον καναπέ. Οι συζητήσεις μας πολλές και διάφορες. Πολύ, μα πολύ γέλιο και διάθεση απ’ όλους να περάσουμε καλά. Ωραίες απόψεις και επιχειρήματα που προκαλούσαν περαιτέρω ανάλυση και περαιτέρω γέλιο. Πολύ γρήγορα αναφερθήκαμε στις προσωπικές μας σχέσεις και στο σεξ, σαν συνήθεια αλλά και σαν στοιχείο κουλτούρας. Ήταν η πρώτη φορά νομίζω, που ένιωσα με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ότι όντως κατοικώ σ’ ένα ξένο κράτος, με πολύ διαφορετική νοοτροπία και σκέψη απ’ αυτήν που μεγάλωσα εγώ. Και ναι, πολλά απ’ αυτά που ήξερα για την Ολλανδία και την νοοτροπία των ανθρώπων εδώ, αληθεύουν.

Η ομοφυλοφιλία και οι γάμοι μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου αποτελούν σχεδόν καθημερινό φαινόμενο. Το να φιλήσεις και να κάνεις ο,τιδήποτε σεξουαλικό με άτομο του ίδιου φύλου, δε σε καθιστά γκέι. Το να έχεις σεξουαλικές επαφές και με τα δύο φύλα, δε σε καθιστά μπαϊσέξουαλ. Όλα είναι μες το πρόγραμμα και οι άνθρωποι δεν δίνουν τόση σημασία στο τι κάνεις αλλά κυρίως στο ποιος είσαι. Γι’ αυτό και από το πρώτο βράδυ είναι ικανοί να μοιραστούν μαζί σου πτυχές της πολύ προσωπικής τους ζωής, χωρίς να νιώθουν ότι «εκτίθενται» ανεπανόρθωτα.

Χαμογέλασα αμήχανα όταν με ρώτησαν τι πιστεύουμε στην Ελλάδα για όλα αυτά. Προσπάθησα απλά και γρήγορα να τους εξηγήσω ότι οι άνθρωποι είναι παντού ίδιοι. Στην Ελλάδα συμβαίνουν ακριβώς τα ίδια πράγματα μ’ εδώ, πολλές φορές ίσως και χειρότερα, απλά ό,τι συμβαίνει γίνεται στα κρυφά. «Γιατί;» με ρώτησε η θερμόαιμη Ολλανδέζα απέναντι μου, αναζητώντας προφανώς μια λογική εξήγηση για το γεγονός ότι οι άνθρωποι «πρέπει» να κρύβουν αυτό που είναι. Δε θυμάμαι να της έδωσα κάποια τελική, ξεκάθαρη απάντηση. Της είπα απλά πως στην Ελλάδα  είμαστε συντηρητικοί και πολλές φορές οι συντηρητικοί, κάνουν τα μεγαλύτερα όργια, αλλά μετά δε θέλουν να τα συζητήσουν. Η συγκεκριμένη κουβέντα έληξε εκεί, καθώς το θέμα ήταν καυτό – από κάθε άποψη! – και τόσο περίπλοκο κι εγώ ήμουν ήδη ψιλοζαλισμένη από το κρασί. Άντε να εξηγήσεις στ’ αγγλικά και ενώ ζαλίζεσαι, την παράνοια της ελληνικής κουλτούρας! Λυπήθηκα τον εαυτό μου, πραγματικά!

Το υπόλοιπο βράδυ κύλησε μ’ εμάς να βάζουμε δυνατά μουσική, επιλέγοντας κάθε λίγο και λιγάκι, ο καθένας με τη σειρά του, αγαπημένα μας κομμάτια. Παράλληλα πίναμε πολλά και διαφορετικά είδη ποτού – πολύ κακή ιδέα και εξασφαλισμένο το hangover το επόμενο πρωί! Μετά το κρασί δοκίμασα, ένα ρουμάνικο ποτό που μου θύμισε πολύ έντονα το δικό μας τσίπουρο, αλλά πρέπει να ήταν αρκετά πιο δυνατό. Με πέντε γουλίτσες, άρχισα να «χαμογελάω» παραπάνω από το φυσιολογικό μου. Στο τέλος, απλά δέχτηκα την πρόταση του ελαφρώς μεθυσμένου Ολλανδού δίπλα μου και ήπιαμε «παρεούλα» μια μπύρα.

Λίγο πριν λήξουμε τη νυχτερινή «συνεδρία» μας, με θυμάμαι να έχω σηκωθεί στη μέση του σαλονιού και να κουνιέμαι με το ρυθμό. Τα κορίτσια μου μάθαιναν σάλσα κι εγώ προσπαθούσα να παραμείνω συγκεντρωμένη στο βηματισμό. Ένιωσα υπέροχα όταν μου είπαν ότι έχω φυσικό ταλέντο στην κίνηση και ότι το πάω πολύ καλά και ένιωσα τέλεια όταν μου ζήτησαν να υποσχεθώ ότι το αποψινό «γλέντι» θα το επαναλαμβάναμε γρήγορα και σύντομα. Δε χρειάστηκε να προσπαθήσω και να πιεστώ καθόλου για ν’ απαντήσω. Τους το υποσχέθηκα κατευθείαν!

Η επιστροφή προς το σπίτι μου ήταν γρήγορη και πολύ πιο σύντομη, καθώς είχα και πολύ καλή και βοηθητική παρέα! Η συμπαθέστατη Ολλανδέζα που έμενε κοντά μου, μου μάθαινε να χρησιμοποιώ την τρίτη γέφυρα που δεν είχα διασχίσει ποτέ μου και πραγματικά ο δρόμος προς το σπίτι μου από ‘κει, ζήτημα να ήταν κανένα τέταρτο. Την ευχαρίστησα χίλιες φορές που με είχε βγάλει σ’ ένα καλό σημείο, υπερβολικά κοντά στο σπίτι μου, και αφού τη διαβεβαίωσα πάνω από πέντε φορές ότι μπορούσα να συνεχίσω και ότι δεν υπήρχε πρόβλημα, τη φίλησα και την αγκάλιασα εγκάρδια και γι’ ακόμη μια φορά υποσχέθηκα ότι θα τα πούμε πολύ σύντομα.

Ο δρόμος για το κρεβάτι μου, μου φάνηκε ατελείωτος παρ’ όλο που ήταν μόλις λίγα λεπτά μακριά. Ο ύπνος ήταν σκέτη λύτρωση και το hangover το άλλο πρωί ήταν η απλή επιβεβαίωση της υποψίας μου ότι το είχα παρακάνει με τη μίξη των ποτών! Ήρθε και το φούιτ – είπαμε είμαστε από Σσσσσαλονίκη – στο πίσω μου λάστιχο, να μου επιβεβαιώσει ότι το παράκανα και με τις βόλτες, οπότε μέχρι αύριο που ελπίζω να το φτιάξω, θα κάτσω στ’ αυγά μου! Εξάλλου, πού να πάω;!;! Συνέχεια βρέχει να πάρει η ευχή!

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s