Το «μαύρο» ξενόγλωσσο πρόβατο

Το Σάββατο το βράδυ έζησα μία από τις ωραιότερες βραδιές μου από τότε που ήρθα και εγκαταστάθηκα στο Μάαστριχτ. Για πρώτη φορά πέρασα στα βέλγικα σύνορα (όχι ότι κατάλαβα και διαφορά δηλαδή!) και μάλιστα με αυτοκίνητο. Βρέθηκα στο πίσω κάθισμα έχοντας παρέα και συνταξιδιώτες μου μια ολλανδική τετραμελή οικογένεια και όλοι μαζί από το Μάαστριχτ, βρεθήκαμε τρία τέταρτα αργότερα έξω από ένα κλασσικό καφέ (μα γιατί σχεδόν όλα είναι καφέ;) βέλγικο σπίτι.

Τι κάναμε εκεί; Μα είναι πολύ απλό: μια Βελγίδα συμφοιτήτρια μου είχε τα γενέθλια της και μας είχε καλέσει σπίτι της. Η Ολλανδέζα και μητέρα της τετραμελούς οικογένειας που προανέφερα είναι επίσης συμφοιτήτρια μου/μας. Έτσι όλοι μαζί «φορτωθήκαμε» στο αμάξι και ξεκινήσαμε για το πάρτι γενεθλίων.

Την πόρτα μας άνοιξε η εορτάζουσα χαμογελώντας πλατιά. Μπήκαμε ένας-ένας μέσα δίνοντας της τρία φιλιά στα μάγουλα – τη συγκεκριμένη κίνηση μιμήθηκα κι εγώ. Τι παράξενο! Και νόμιζα μόνο οι παπάδες και οι Ρώσοι ότι φιλάνε τρεις φορές, αλλά τελικά ισχύει κι εδώ! Μου φαίνεται τόσο παράξενο ώρες-ώρες, αλλά προτίθεμαι να το συνηθίσω.

Μπαίνουμε στο σπίτι όπου οι υπόλοιποι άρχισαν να φιλιούνται μεταξύ τους από τρεις φορές ο καθένας, κι εγώ που δεν ήξερα κανέναν χαιρέτησα στ’ αγγλικά τους πάντες και συστήθηκα. Από ‘κείνη τη στιγμή άρχισε η υπέροχη βραδιά. Ήμουν σ’ ένα σπίτι με δεκαπέντε ανθρώπους διαφόρων ηλικιών (από 8 μέχρι 50 ας πούμε), οι μισοί Ολλανδοί, οι μισοί Βέλγοι και όλοι να μιλάνε ολλανδικά. Το συνειδητοποίησα από τα πρώτα λεπτά που βρέθηκα μες το σαλόνι τους, όταν κατάλαβα ότι είχα τα πιο σκούρα μαλλιά εκεί μέσα (ήταν ένα σαλόνι με ξανθά έως κατάξανθα κεφάλια κι εγώ το μόνο καστανό στη μέση) και μια κοπέλα που βρισκόταν ήδη εκεί και με ρώτησε πως είμαι στη διάθεση μου, πήρε την απάντηση «Νομίζω ότι είμαι η μόνη που δε μιλάει ολλανδικά εδώ μέσα!». Εκείνη γέλασε κι αμέσως με καθησύχασε, λέγοντας ότι θα μιλάνε όλοι αγγλικά, κι εγώ φυσικά έσπευσα να την παρακαλέσω και να τη διαβεβαιώσω ότι δεν ήταν ανάγκη να μπουν σ’ αυτή τη διαδικασία για ‘μένα.

Και όμως συνέβη, χωρίς να το καταλάβω. Ξεκίνησε η μια να μου μιλάει αγγλικά και σε λίγο μου μιλούσαν όλοι. Κάποιες στιγμές το διαισθάνθηκα, ήμουν το επίκεντρο της προσοχής και ίσως δικαίως αφού ήμουν το ξένο στοιχείο, το «μαύρο» ξενόγλωσσο πρόβατο. Κι όμως ούτε μια στιγμή δε μ’ έκαναν να νιώσω περίεργα, το αντίθετο.

Γρήγορα διαπίστωσα ότι οι Ολλανδοί και οι Βέλγοι είναι πάνω-κάτω το ίδιο πράγμα – ειδικά αυτοί που ζουν κοντά στα σύνορα –  λόγω των πολλών κοινών και της καθημερινής τριβής τους. Μπορεί να έχουν διαφορές στον κώδικα οδικής κυκλοφορίας τους ή στο εκπαιδευτικό τους σύστημα, όπως με πληροφορήσανε, αλλά τα περισσότερα είναι κοινά: η νοοτροπία, η στάση ζωής, η εξωτερική τους εμφάνιση, ακόμη και η γλώσσα τους – τουλάχιστον στο μισό Βέλγιο μιλάνε ολλανδικά. Το πιο μεγάλο κοινό τους χαρακτηριστικό όμως είναι το χιούμορ τους. Και οι Βέλγοι και οι Ολλανδοί γελάνε δυνατά και μιλώντας στ’ αγγλικά τους καταλάβαινα και γελούσα κι εγώ μαζί τους. Έχουν πάρα πολύ καλή αίσθηση του χιούμορ και της καλής πλάκας προς τον άλλον και το γέλιο μου έβγαινε αυθόρμητα και αβίαστα, χωρίς να μπορώ να πιστέψω το πόσο καλά επικοινωνώ μακριά από τη χώρα μου με ανθρώπους που πριν λίγο γνώρισα. Εκείνο το βράδυ για πρώτη φορά ένιωσα ότι μπορώ να ζήσω εδώ στ’ αλήθεια, καθώς είδα μια «φοβερή», νέα πιθανότητα: μπορείς να δημιουργήσεις νέες σχέσεις όπου και να ‘σαι, αρκεί να βρεις τους κατάλληλους ανθρώπους κι αυτή φυσικά να σε δεχτούν ως ένα νέο κομμάτι της ζωής τους.

Η βραδιά συνεχίστηκε με πολλές συζητήσεις, τόσο ομαδικές, όσο και σε μικρά πηγαδάκια. Πολλές φορές μιλήσανε ολλανδικά μπροστά μου και δε μ’ ενόχλησε καθόλου – ίσα, ίσα που ήταν πολύ «θεατρικό» να βλέπω εκφράσεις προσώπου και σώματος χωρίς να καταλαβαίνω τι λένε. Είναι όμορφη γλώσσα τελικά και στην αρχή δεν το πίστευα. Είναι ένα περίεργο και ιδιόμορφο κράμα φλαμανδικών (από τα φλαμανδικά προέρχονται οι σκανδιναβικές γλώσσες), γερμανικών και αγγλικών. Όμως η προφορά αν και θυμίζει πιο πολύ γερμανικά, εντούτοις είναι πολύ ελαφριά. Μοιάζει περισσότερο με τη γαλλική καθώς  πολλές λέξεις τους προφέρονται με σχεδόν γαλλικό accent. Το αστείο της υπόθεσης ήταν ότι αποπειράθηκα να τους πω τις λιγοστές ολλανδικές λέξεις που ξέρω και αυτοί με ενθαρρυντικό ύφος μου είπαν ότι έχω πολύ καλή προφορά και ότι αν το δουλέψω, θα καταφέρω να μιλήσω καλά ολλανδικά κάποια στιγμή.

Γέλασα πολύ όταν παίξαμε ένα παιχνίδι όλοι μαζί. Κολλήσαμε από ένα χαρτάκι ο καθένας στο κουτελό του και προσπαθούσαμε με ερωτήσεις να βρούμε ποιος/ποια/τι είμαστε. Για χατίρι μου πάλι μιλούσαν όλοι αγγλικά – ναι, με σκλαβώσανε εννοείται! – και την επόμενη μιάμιση ώρα που παίζαμε όλοι μαζί πεθάναμε στο γέλιο. Υπέροχη εμπειρία. Άνθρωποι όλων των ηλικιών γελούσαν και πείραζαν ο ένας τον άλλον, σ’ ένα κύκλο, γύρω από ένα σαλόνι.

Αργότερα θυμήθηκα αυτό που είχε πει κάποτε μια Ελληνο-ολλανδέζα ηθοποιός σε μια συνέντευξη της, μιλώντας για το ολλανδικό οικογενειακό μοντέλο: Πηγαίνουν παντού μαζί, οικογενειακώς. Σπανίως θα τους δεις να πηγαίνουν κάπου χωριστά. Για παράδειγμα πάνε όλοι μαζί για μπάνιο το καλοκαίρι, οι γονείς, τα μωρά, αλλά και οι παππούδες. Άρα δεν είναι πολλοί διαφορετικοί από τους παλιούς Έλληνες οικογενειάρχες. Σ’ ένα μόνο πράγμα διαφέρουν από εμάς: δεν επεμβαίνουν στη ζωή του άλλου, ακόμη κι αν αυτός ο άλλος είναι το ίδιο τους το παιδί.

Κι αυτό το παρατήρησα έντονα. Δεν το παίζουν άνετοι, ΕΙΝΑΙ άνετοι με πολλά. Άλλη θεώρηση της ζωής. Άλλη νοοτροπία που τους κάνει πραγματικά και ουσιαστικά χαλαρούς. Η εορτάζουσα συμφοιτήτρια μου καθόταν το μισό βράδυ πάνω στα γόνατα του αγοριού της, που φυσικά ήταν κι αυτός καλεσμένος στο πάρτι και όλοι ήξεραν τη σχέση της μαζί του και δεν είδα ούτε μια στιγμή τη μάνα της και τον πατέρα της που ήταν στο ίδιο δωμάτιο να τους κοιτάνε περίεργα ή να νιώθουν άβολα. Τόσο απλά, είναι ένα νεαρό ζευγάρι και μπορούν μπροστά σε όλους να κάθονται αγκαλιά. Κι αυτό απλά το επισημαίνω γιατί μπορεί στη δική μου λογική να ήταν απολύτως εντάξει η όλη κατάσταση, αλλά αναλογιζόμενη το πώς μεγάλωσα εγώ και τι έχω ακούσει γενικά στη ζωή μου για ένα σωρό ζητήματα, εντός και εκτός οικογενειακής εστίας, συνειδητοποίησα ότι τελικά οι άνθρωποι έχουν ομοιότητες, αλλά έχουν και πολλές διαφορές. Διαφορές στον τρόπο σκέψης και στον τρόπο που μεγάλωσαν.

Λίγο πριν φύγω με πείραζαν και μου ζητούσαν να τους πω ελληνικές λέξεις, ελληνικούς χορούς και ρίξαμε πολύ γέλιο μέχρι να καταλάβω ότι θεωρούν ανθυγιεινή τη μελιτζάνα. Φυσικά τους εξήγησα ότι δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουν κάτι τέτοιο γιατί η μελιτζάνα είναι λαχανικό και είναι ανθυγιεινή μόνο αν την τηγανίσεις και παχυντική αν την κάνεις μουσακά. Στο άκουσμα της λέξης «μουσακά» δυο-τρεις αναστέναξαν, δίνοντας μου να καταλάβω ότι τον είχαν δοκιμάσει.

Φύγαμε λίγο μετά τα μεσάνυχτα – τα παιδιά έπρεπε να πάνε για ύπνο – και στο δρόμο της επιστροφής αναρωτιόμουν πόσοι Έλληνες στους δύο μήνες που μετανάστευσαν κάπου βρέθηκαν μέσα σ’ ένα σπίτι ντόπιων να γελάνε και να πίνουν μπύρες, «αναγκάζοντας» τους πάντες να μιλάνε σε άλλη γλώσσα προκειμένου να συμμετέχουν οι αφεντομουτσουνάρες τους σε συζητήσεις; Σίγουρα όχι πολλοί, κι έτσι αισθάνθηκα λίγο παραπάνω τυχερή. Αν κρατήσει το λόγο της και μια Ολλανδέζα συμφοιτήτρια μου και μου μάθει ολλανδικά, ενώ σε αντάλλαγμα εγώ θα της μάθω ελληνικά, τότε από τη νέα χρονιά το επίπεδο επικοινωνίας μου με τους ντόπιους θα είναι πολύ καλύτερο. Και ίσως έτσι πάψω κιόλας να «αναγκάζω» τον κόσμο να μιλάει άλλη γλώσσα μέσα στο ίδιο του το σπίτι προκειμένου να τον καταλαβαίνω!

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s