Αποχαιρετισμοί, μια μεγάλη ιστορία!

«Η γειτονιά μου»

Ποτέ με τους αποχαιρετισμούς δεν τα πήγαινα καλά. Πάντα ήθελα να τους αποφεύγω, όπως ο διάολος το λιβάνι, γιατί εξ’ αρχής γνώριζα ότι δεν είναι αυτά τα πράγματα για ‘μένα.

Τώρα θα γυρίσει κάποιος να μου πει και θα έχει και δίκιο: «Γιατί ξέρεις κανέναν άνθρωπο που να τους θέλει ή να του αρέσουν οι αποχαιρετισμοί;». Και η αλήθεια είναι ότι όντως δεν ξέρω κανέναν που ν’ αποζητά αποχαιρετισμούς ή να τρελαίνεται να ξεπροβοδίζει κόσμο. Αν ένας άνθρωπος έρθει και μου πει ότι δεν έχει πρόβλημα να αποχαιρετά και ν’ αποχωρίζεται τους ανθρώπους που αγαπάει θα υποθέσω δύο πράγματα: ‘Η λέει ασύστολα ψεύδη ή έχει γίνει τελείως αναίσθητος/η σε βαθμό που δεν παίρνει χαμπάρι ποιος ήρθε και ποιος έφυγε – αν υπάρχει τέτοιο ανθρώπινο ον παρακαλώ να επικοινωνήσει μαζί μου και να μου πει πως το έπαθε αυτό με την αναισθησία μπας και το πάθω κι εγώ και ησυχάσω!

Οπότε με βάση όλα τα παραπάνω δεχόμαστε ότι δεν υπάρχει φυσιολογικό άτομο που να τα πηγαίνει καλά με τους αποχαιρετισμούς/αποχωρισμούς. Όμως απ’ την άλλη θα επιμείνω στ’ ότι ενώ για όλους δεν είναι κάτι ευχάριστο, για μερικούς δεν είναι πια τόσο δυσάρεστο ή έστω αβάσταχτο και αποδιοργανωτικό. Κάποιοι άνθρωποι, δεν ξέρω ειλικρινά πως το κάνουν αλλά το κάνουν, είναι πάντα υπερβολικά χαλαροί και ψύχραιμοι όταν αποχαιρετούν κάποιον. Δεν είναι ότι δε στενοχωριούνται απλά είτε ξέρουν να το κρύβουν τόσο καλά τη στιγμή που πρέπει και το εκδηλώνουν λίγο αργότερα κεκλεισμένων των θυρών, είτε ανήκουν στην κατηγορία των ανθρώπων που το θέμα των αποχωρισμών το έχουν φιλοσοφήσει/εκλογικεύσει/απλοποιήσει σε τέτοιο βαθμό που πλέον το διαχειρίζονται με πραγματική άνεση. Ε λοιπόν, αυτούς τους ανθρώπους εγώ τους ζηλεύω!

Τις προηγούμενες μέρες είχα  τις πρώτες μου επισκέψεις από Ελλάδα στο σπίτι μου (πλέον) εδώ στο Μάαστριχτ. Και χθες είχα και τον πρώτο μου αποχαιρετισμό/αποχωρισμό. Δεν ξέρω τι στην ευχή παθαίνω αλλά νιώθω πως όσο γερνάω – εντάξει, το ξέρω, έχω χρόνια μπροστά μου (νομίζω δηλαδή), αλλά ο λόγος το λέει – τόσο πιο «μαλακή» συναισθηματικά γίνομαι. Ή μάλλον τώρα που το σκέφτομαι πρέπει να μου συμβαίνει κάτι άλλο, ακόμη πιο περίπλοκο. Όσο μεγαλώνω, αποκτώ μια εξωτερική συμπεριφορά όλο και πιο «σκληρή» και σοβαρή, ενώ ταυτόχρονα μέσα μου όλο και περισσότερο απαιτώ αληθινά και ποιοτικά συναισθήματα, χωρίς συμβιβασμούς και γελοίες δικαιολογίες. Με δυο λόγια θα χαρακτήριζα τον εαυτό μου σαλιγκάρι: Όσο σκληρό κι αν είναι το καβούκι μου, μέσα είμαι ζελεδάκι!

Οπότε χθες τη στιγμή που έπρεπε να πω «αντίο» και να φανώ αντάξια της περίστασης – κοινώς να παραμείνω σοβαρή και συγκρατημένη στο σταθμό των τρένων – εγώ με δυσκολία συγκρατούσα τα δάκρυα μου και τη μελαγχολία που όλο και περισσότερο με κυρίευε.

Επιστρέφοντας λίγη ώρα αργότερα με το ποδήλατο στο σπίτι μου, κατάλαβα τι μου είχε συμβεί και τι κάλλιστα θα μπορούσε να μου συμβαίνει ξανά και ξανά σε κάθε μελλοντικό αποχαιρετισμό: δεν έχω ακόμη συνειδητοποιήσει ότι μένω εδώ μόνιμα. Νιώθω ακόμη την Ελλάδα να «χτυπά» μέσα μου έντονα, οπότε αν δεν μπω στη διαδικασία εκλογίκευσης κάποιων συναισθημάτων, πάντα θα χαίρομαι υπερβολικά όταν ένας δικός μου άνθρωπος θα μ’ επισκέπτεται και θα κλαίω σε κάθε στιγμή αποχωρισμού. Ίσως γιατί αυτό το συναίσθημα του «εγκλωβισμού» όπως το λέω εγώ μπορεί να υποχώρησε αλλά δε βγήκε τελείως από μέσα μου. Ακόμα νιώθω κάποιες φορές πως είμαι «βιδωμένη» εδώ και για τον υπόλοιπο καιρό δεν μπορώ να πάω πολύ μακριά, παρά μόνο όσο μακριά είναι η «αλυσίδα» μου, δηλαδή οι υποχρεώσεις μου.

Κι επειδή τέτοια συναισθήματα ειλικρινά δεν ξέρω πώς, πότε και αν εκλογικεύονται, εντέλει αποφάσισα όχι τόσο να σκεφτώ λογικά, αλλά περισσότερο να νιώσω διαφορετικά. Αφού δεν μπορώ να το αποφορτίσω, θα προσθέσω ένα ακόμη βοηθητικό στοιχείο, σκέφτηκα.

Το στοιχείο αυτό ήταν το πρωτόγνωρο συναίσθημα που ένιωσα χθες για λίγο – και πλέον θα πρέπει να το νιώθω όλο και περισσότερο αν θέλω το καλό μου – ότι εγώ εδώ ανήκω. Δεν έχω για την ώρα καμιά άλλη πατρίδα. Το σπίτι μου είναι εδώ, το κρεβάτι που κοιμάμαι πάλι εδώ και η ζωή μου πρέπει να είναι εδώ. Το μαράζι για την Ελλάδα δεν ωφελεί, καθώς πολλές συγκυρίες και αρνητικά γεγονότα μ’ έκαναν να φύγω για σπουδές εκτός της χώρας μου και μ’ έκαναν μέχρι και να σκέφτομαι ότι καλύτερα έξω και για πάντα, παρά μέσα και σ’ αναμμένα κάρβουνα. Όχι μόνο εμένα, κάθε άνθρωπο που ακόμη δεν καταλαβαίνει γιατί βιώνουμε σαν κράτος όλα αυτά που βιώνουμε (το «γιατί;» δεν είναι ένα ερώτημα που ζητά πολιτική απάντηση, εκφράζει μόνο την απορία πολλών Ελλήνων «αν μας άξιζε τόσο πολύ να το περάσουμε όλο αυτό; Τόσο «κακός» λαός ήμασταν;).

Επειδή λοιπόν εγώ δεν πιστεύω ότι ο Έλληνας είναι «κακός», αλλά συναισθηματικός υπέρ του δέοντος και ώρες-ώρες νοητικά απενεργοποιημένος (αυτό φέρνει το πολύ και έντονο συναίσθημα!), από χθες ξεκίνησα να σκέφτομαι πιο «ολλανδικά». Δηλαδή ναι, εντάξει, είμαι από την Ελλάδα, η οποία όπου κι αν πάω με πληγώνει, που έλεγε και ο συγχωρεμένος ο Καβάφης, αλλά πλέον είμαι μόνιμος κάτοικος Ολλανδίας (με στάμπα, βούλα και υπογραφή λέμε!), κατοικώ στο Μάαστριχτ, ζω βάσει των νόμων του ολλανδικού κράτους και όλα τα δεδομένα μου – ακόμη και η συμπεριφορά μου – επηρεάζεται πλέον από τα ολλανδικά δεδομένα. Οπότε, ποιος ο λόγος να σκέφτομαι συνεχώς αυτά που άφησα πίσω και να μην κοιτάξω ν’ αγαπήσω έστω και λιγάκι αυτά που έχω τώρα εδώ; Αν το καταφέρω αυτό, τότε ενδεχομένως να πάψω και να συγκινούμαι κάθε φορά που ένας/μια φίλος/η θα φεύγουν πίσω στην Ελλάδα. Τουλάχιστον μπορώ να το προσπαθήσω. Αν πάλι δεν τα καταφέρω, θ’ αναγκαστούν όλοι ν’ αποδεχτούν ότι είμαι μια κλαψιάρα που κάθε φορά κάνει show σε σταθμούς τρένων, λεωφορείων, ενίοτε και σε αεροδρόμια!

Όσο όμως κι αν μου λείπει ο,τιδήποτε ελληνικό, όσο κι αν φορτίζομαι συναισθηματικά σκεφτόμενη όλα και όσους έχω αφήσει πίσω, ξέρω πως βαθιά μέσα μου υπάρχει κάτι πολύ δυνατό που στο τέλος θα επικρατήσει κιόλας πέρα και πάνω από των υπολοίπων ενστίκτων/συναισθημάτων: το ένστικτο επιβίωσης ή αλλιώς το ένστικτο αυτοσυντήρησης. Ό,τι κι αν γίνει, όσο κι αν τα βλέπω σκούρα τα πράγματα εδώ, πάντα σκέφτομαι και θα εξακολουθήσω να σκέφτομαι από εδώ και πέρα πως στην Ελλάδα τα πράγματα είναι πολύ πιο σκοτεινά, αδιέξοδα και παρανοϊκά. Κι επειδή εγώ εδώ κι ένα μήνα έχω ηρεμήσει και αναπνέω σε κανονικούς ρυθμούς (στην Ελλάδα ακόμη κι αυτό θα χαθεί στο τέλος!), πιστεύω ότι δύσκολα πλέον θα ξανά βιώσω την άρνηση που είχα μέχρι τώρα, η οποία σχεδόν πάντα με οδηγούσε  πάνω από το ελληνικό να μην βάζω ποτέ, τίποτε άλλο. Έτσι ίσως τελικά μου βγει και σε καλό η ιδέα μου ν’ αρχίσω ν’ αγαπάω λίγο περισσότερο αυτόν τον τόπο και ό,τι με περιβάλλει τώρα και μόνο τώρα. Το πριν και το μετά εξάλλου δεν έχουν σημασία, καθώς όπως διάβασα κάποτε, το πριν ήδη έφυγε και το μετά δεν είναι ακόμη εδώ. Ας δω το τώρα λοιπόν. Τώρα λοιπόν… εγώ πρέπει να φύγω γιατί έχω μάθημα στη σχολή! Αμάν!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s