The Town

«The Town»

Είχα ακούσει από πολλούς τα καλύτερα γι’ αυτήν την ταινία. Βραβεία σε πολλά κινηματογραφικά φεστιβάλ σε όλο τον κόσμο, πολύ καλό σενάριο, εκπληκτική σκηνοθεσία. Εν έτει 2010 θεωρήθηκε από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς. Οπότε ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για να εξακριβώσω κι εγώ με τη σειρά μου, αν δικαίως το συγκεκριμένο αστυνομικό δράμα έχει αποσπάσει τόσο θετικές κριτικές.

Να δηλώσω εξ αρχής πως είμαι αρνητικά προκατειλημμένη με τις αστυνομικές περιπέτειες τύπου: ληστείες, εγκλήματα, πιστολίδι, η αστυνομία κυνηγάει τα λαμόγια-εγκληματίες που στο τέλος θα βρουν τρόπο να διαφύγουν κ.ο.κ. Γενικά αυτή η σιχαμερή αμερικάνικη κινηματογραφική κουλτούρα που απευθύνεται και συγκινεί μόνο τον αντρικό εγκέφαλο (σόρρυ αγόρια, αλλά πολλοί από εσάς πάτε τρέχοντας να δείτε τα transformers στον κινηματογράφο!) με κάνει να νιώθω πως τα λιγοστά πια εγκεφαλικά μου κύτταρα είναι έτοιμα ακόμη και να πεθάνουν στην πρώτη «πανηλίθια» σκηνή καταδίωξης που θα ξανά αντικρύσουν.

Το “The Town” όμως δεν είναι καθόλου έτσι. Ναι, έχει ληστείες και πιστολίδι. Ναι, μιλάει για εγκλήματα και καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας αστυνομικοί κυνηγούν λαμόγια-εγκληματίες που μέχρι και λίγο πριν το τέλος αδυνατούν να τους πιάσουν. Και όμως οι δυο ώρες που αφιέρωσα για να παρακολουθήσω αυτή την ταινία πέρασαν – απίστευτο και όμως αληθινό! – γρήγορα, ευχάριστα, σχεδόν συναρπαστικά θα έλεγα χωρίς καμιά απολύτως δυσάρεστη παρενέργεια.

Ο πρώτος και βασικός λόγος που εγώ έμεινα εντελώς προσηλωμένη ήταν το σενάριο και η σκηνοθεσία του Μπεν Άφλεκ. Ε, τώρα την αλήθεια μου να την πω: αυτού του τύπου δεν του το είχα καθόλου ότι θα μπορέσει να κάνει τέτοια ταινιάρα. Τον είχα εδώ και χρόνια καταχωρημένο στο μυαλό μου σαν ένα ξενέρωτο βλάκα – και πρώην γκόμενο, παρ’ ολίγο σύζυγο της Λόπεζ  – που το μόνο που ενδεχομένως  θα συνέχιζε να κάνει είναι μέτριες ταινιούλες.

Έρχεται λοιπόν ο Άφλεκ και σκηνοθετεί αυτό το φιλμ και μένεις εσύ άναυδος/η με το πόσο καλή ταινία γύρισε ο τύπος, ο ίδιος «βλάκας» που έπαιξε τον περήφανο Αμερικάνο πιλότο στο Perl Harbor. Κι επειδή πάντα τον θεωρούσα και από μέτριο έως αδιάφορο ηθοποιό, στο “The Town” δίνει μια αξιοπρεπέστατη ερμηνεία, έτσι για να με πάει «κόντρα» μέχρι το τέλος, ενώ  δεν χρειάζεται να πω πόσο βοήθησε όλα τα εναπομείναντα εγκεφαλικά μου κύτταρα να μείνουν υπέροχα στη θέσης τους και να λατρέψουν το «θέαμα» που αντίκριζα εκείνες τις δυο ώρες.

Φυσικά να τονίσω πως το σενάριο είναι υπέροχο γιατί περνάει δυνατά μηνύματα ζωής. Μιλάει για τα προσωπικά ανθρώπινα αδιέξοδα τα οποία πολλές φορές είναι  και κομμάτι της «κληρονομιάς» μας και ενώ συχνά θέλουμε να τ’ αντιμετωπίσουμε με δύναμη ψυχής και πραγματική αισιοδοξία, εντούτοις αρκετές φορές θ’ αναγκαστούμε απλά να τα αποδεχτούμε και να ζήσουμε όπως μπορούμε με αυτά.

Οι ήρωες της ταινίας αντιμετωπίζουν τη σκληρότητα της ζωής, με γενναιότητα, τρέλα και ουκ ολίγες φορές με παραλογισμό. Ζώντας σ’ έναν τόπο που δεν έχει τίποτα να τους προσφέρει προσπαθούν να επιβιώσουν με την κυριολεκτικότερη σημασία της λέξης, με τον τρόπο που θεωρούν αυτοί αναμενόμενο και φυσιολογικό: στα άκρα, καθώς δεν έχουν τίποτα απολύτως να χάσουν!

Κι όμως, μπορεί η ζωή του ανθρώπου να είναι ως επί των πλείστων ένα μεγάλο συναισθηματικό αλλά και νοητικό δράμα, ταυτόχρονα όμως εμπεριέχει πάντα μικρές στιγμές ευτυχίας και γαλήνης. Έτσι και ο ένας από τους τέσσερις ήρωες μας, επιθυμεί να ζήσει εδώ και τώρα τις λίγες στιγμές ευτυχίας που του αναλογούν, ξεκόβοντας σιγά-σιγά από τον τόπο που νιώθει να τον τραβάει συνέχεια σαν ένας «κακός» μαγνήτης. Με αφορμή μια γυναίκα – γιατί είπαμε, ο Παράδεισος είναι εκεί που είναι η Εύα – αποφασίζει να τελειώσει με το μαύρο παρελθόν του και να φύγει για ένα εξίσου δύσκολο, αλλά πιο ελπιδοφόρο μέλλον. Κι επειδή η ζωή είναι δίκαιη αλλά και παράλληλα πολύ σκληρή, ο ήρωας μας θα πραγματοποιήσει την επιθυμία του, πληρώνοντας όμως το πολύ ακριβό τίμημα που του πρέπει – γιατί πάντα το τίμημα είναι πολύ ακριβό.

Το φινάλε της ταινίας είναι γαλήνιο και ουσιαστικό, όπως θα ‘πρεπε σε μια τόσο «έντονη», από κάθε άποψη, ταινία. Η εικόνα πια μιας δείχνει μια όμορφη παραλία και όχι της κακάσχημες γωνίες του Charlestown της Βοστώνης. Τίποτα δεν έχει αλλάξει και όλα παραμένουν τα ίδια. Μόνο ο ήρωας μας πια έχει διαφορετική «θέα» από το μπαλκόνι του. Κι εκεί συνειδητοποιείς πόσο δύσκολο είναι αυτό που τελικά έπραξε. Πόσο τρομερό είναι να επιβληθείς στο πεπρωμένο σου και να το αλλάξεις όσο μπορείς, δίνοντας αν χρειαστεί και το ίδιο σου το αίμα! Και άραγε ποιοι ακόμη θα μπορέσουν να το κάνουν αυτό; Ποιος/α θα μπορέσει να πάρει τις φρικτές – οικονομικές, οικογενειακές, συναισθηματικές, πνευματικές – προδιαγραφές της ζωή του για να τις αλλάξει ακόμη και μερικά εκατοστά προς το καλύτερο; Θα μπορέσει να το κάνει άραγε ένα παιδί που άκουγε όλη του τη ζωή τον πατέρα του να λέει: «Μεγάλωσα το γιο μου στο Charlestown. Είμαι περήφανος γιατί  τις ληστείες που κάποτε έκανα εγώ, τώρα τις συνεχίζει ο γιος μου.»;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s