Μακάρια άγνοια ή επώδυνη επίγνωση;

Με αφορμή μια κουβέντα που είχα σήμερα, η οποία με προβλημάτισε αρκετά,  αποφάσισα να γράψω τις σκέψεις μου για το συγκεκριμένο ερώτημα/δίλημμα. Ξεκαθαρίζω ότι είναι απλά σκέψεις και προσωπικά συμπεράσματα και δεν έχω καμία αξίωση να ταυτιστεί κάποιος απόλυτα μαζί μου. Εξάλλου έχω καταλάβει ότι αρκεί με κάποιον λίγο να συμφωνείς και λίγο να διαφωνείς, για να υπάρξει μια ενδιαφέρουσα συζήτηση.

Ας το πιάσω από εκεί που πιστεύω ότι είναι η αρχή. Έχω γνωρίσει τρεις κατηγορίες ανθρώπων στην μέχρι τώρα σύντομη ζωή μου (υπάρχει και μια τέταρτη αλλά δεν ξέρω αν έχω συναντήσει εκπροσώπους της, «ξέρω» όμως πως είναι κάπου εκεί έξω).

Η πρώτη κατηγορία που διακρίνω αποτελείται από ανθρώπους που δρουν συναισθηματικά και παρορμητικά σε όλη τους τη ζωή ή, για να μην είμαι απόλυτη, στο μεγαλύτερο κομμάτι της. Τα άτομα αυτά έχουν πάθος, έντονα συναισθήματα και κάθε στιγμή μπορούν να διαβεβαιώσουν τον οποιονδήποτε για την ένταση και την ειλικρίνεια των συναισθημάτων τους. Το θέμα εδώ είναι εξαιρετικά περίπλοκο, γιατί οι συγκεκριμένοι άνθρωποι δε ψεύδονται, λένε την αλήθεια. Όντως νιώθουν έντονα συναισθήματα και πραγματικά πιστεύουν πως αγαπάνε και τα δίνουν όλα για μια ερωτική σχέση, για μια φιλία ή για έναν στόχο που θεωρούν οι ίδιοι σημαντικό. Άρα κανένας δεν μπορεί να τους κατηγορήσει – θα ήταν πραγματικά άδικο – ότι δε μιλάνε μέσα από την καρδιά τους.

Το  μοιραίο «πρόβλημα» γι’ αυτή τη μερίδα ανθρώπων θα προκύψει τη χρονική στιγμή (η οποία μπορεί να κρατήσει από λεπτά μέχρι χρόνια) κατά την οποία θα κληθούν να μείνουν σταθεροί στα λεγόμενα τους και στις μέχρι τώρα δηλώσεις τους, ενώ παράλληλα θα παρατηρούν τα μέχρι τότε έντονα συναισθήματα τους να καταλαγιάζουν σταθερά και αμείλικτα. Τι θα συμβεί άραγε σε συναισθηματικό και νοητικό επίπεδο, σ’ αυτούς τους ανθρώπους; Τι θα βιώσουν άραγε και τι θα επιθυμήσουν όταν το πάθος και η ένταση θα έχει πάψει να υφίσταται στη ζωή τους;

Η απάντηση είναι πέρα για πέρα προφανής: θ’ αναζητήσουν ένα νέο πάθος και κάτι καινούριο να τους ενθουσιάσει, να τους συγκινήσει και να τους γεμίσει την πλέον «άδεια» ζωή τους. Εξυπακούεται ότι θ’ αγνοήσουν οποιαδήποτε φωνή – εσωτερική ή εξωτερική –  που θα προσπαθήσει να τους θυμίσει ότι πριν καιρό διαβεβαίωναν τους πάντες αλλά και τον ίδιο τους τον εαυτό, ότι θα έμεναν αφοσιωμένοι  και θα «λάτρευαν» για πάντα το παλιό πάθος και την παλιά μεγάλη αγάπη της ζωής τους.

Η δεύτερη κατηγορία ανθρώπων αποτελεί ουσιαστικά την άλλη πλευρά του νομίσματος, είναι δηλαδή το ακριβώς αντίθετο αλλά και το συμπληρωματικό της πρώτης. Εμπεριέχει τους ανθρώπους που κάνουν σχεδόν τα πάντα με λογική, επειδή πιστεύουν πως τα συναισθήματα είναι για τους ανόητους και τους αδύναμους. Αυτοαποκαλούνται ορθολογιστές, επειδή στην πραγματικότητα ούτε οι ίδιοι είναι σίγουροι για το βάθος και την ποιότητα των συναισθημάτων τους. Είναι άνθρωποι απόλυτοι  αλλά και εύκολα μεταβαλλόμενοι, όπως κι αυτοί της πρώτης κατηγορίας. Αν στην πρώτη κατηγορία έχουμε ένα επίμονο συναίσθημα, που μόλις κοπάσει, δεν έχει πια καμιά απολύτως αξία, στη δεύτερη κατηγορία έχουμε ένα πλήθος ψευδο-ιδεολογιών, οι οποίες όσο εύκολα χτίζονται, τόσο εύκολα γκρεμίζονται και οι διανοουμενιστές εύκολα παρατούν μια ιδεολογία, για να πάνε σε μιαν άλλη, χωρίς να νιώθουν καμιά είδους ασυνέπεια στα τωρινά λεγόμενα τους και  στην παροντική σκέψη τους σε σχέση με τα παρελθοντικά πιστεύω τους. Είναι απόλυτα βέβαιοι πως δεν έχουν πράξει ποτέ τίποτα παράλογο – μην το ξεχνάμε, αυτοί είναι οι πλέον λογικοί άνθρωποι!

Οι άνθρωποι της πρώτης κατηγορίας, συνήθως έλκονται από ανθρώπους της δεύτερης κατηγορίας και το αντίστροφο. Τα τυπικά παραδείγματα τα συναντούμε ανάμεσα μας. Υπάρχουν στις έντονες φιλίες – έως και παθιασμένες τις λες – που κάποια στιγμή θα χαλάσουν για το τίποτα. Βρίσκονται στις ερωτικές σχέσεις και  στους γάμους που χαρακτηρίζονται από αλλεπάλληλες εντάσεις και σταθερή έλλειψη επικοινωνίας.

Κατά τη διάρκεια  όλων αυτών των σχέσεων, τα μέλη τους βασανίζονται επειδή διαπράττουν συνέχεια το ίδιο ακριβώς σφάλμα : Προσπαθούν το αδύνατο, δηλαδή ν’ αλλάξουν τον άλλον, ενώ ακριβώς το ίδιο πιεστικό αίτημα δέχονται και από τον σύντροφο τους. Αμφότεροι βεβαίως δεν συνειδητοποιούν ότι αν κάποιος πρέπει ν’ αλλάξει, αυτός είναι ο κακός και αδύναμος εαυτός του καθενός και τελικά, το αποτέλεσμα αυτής της μακροχρόνιας πίεσης του ενός πάνω στον άλλον, είναι σχεδόν πάντα η λήξη της σχέσης – είτε μεταφορικά είτε και κυριολεκτικά.

Φυσικά δεν τις ξέχασα. Άφησα επίτηδες τις δυο άλλες κατηγορίες για το τέλος. Και πιστεύω ότι πρέπει να μιλήσω πρώτα για την τέταρτη κατηγορία.  Σ’ αυτήν δεν μπορούν ν’ ανήκουν παρά ελάχιστοι άνθρωποι σ’ αυτό τον κόσμο και αν είμαι τυχερή, μπορεί μέχρι το τέλος της ζωής μου να γνωρίσω ένα-δυο τέτοιους ανθρώπους. Πρόκειται για άτομα που έχουν βρει τη χρυσή τομή μεταξύ συναισθήματος και λογικής. Όσο αφήνονται να παρασυρθούν από το συναίσθημα τους, αλλά τόσο αφήνονται να παρασυρθούν και από τη λογική τους. Πάντα έχουν επίγνωση και συνείδηση τόσο ότι γίνονται έρμαιο της μιας, όσο και της άλλης. Ξέρουν πότε κάνουν παρορμητικές ανοησίες αλλά και πότε είναι «στεγνοί» από ενθουσιασμό ή προσπαθούν να λύσουν τη ζωή σαν να είναι μαθηματική εξίσωση.

Αυτοί οι άνθρωποι άνηκαν κάποτε τόσο στη μια κατηγορία, όσο και στην άλλη, αλλά τελικά μέσα από τον επώδυνο δρόμο της  εμπειρίας και της αυτογνωσίας  κατάφεραν  στη ζωή τους να παραμείνουν κάπου στη μέση των δύο άκρων. Αυτό που συνέβη είναι ότι  έπαψαν εδώ και καιρό να παίρνουν πολύ στα σοβαρά τον εαυτό τους. Πλέον μόνο βιώνουν καταστάσεις, ήρεμα και αρμονικά. Είναι άνθρωποι που ναι μεν νιώθουν σημαντικά συναισθήματα, αλλά φροντίζουν να «βουτάνε» την καρδιά τους πάντα μες τη λογική κι αυτή η πράξη από μόνη της αποτελεί ένα φυσικό φρένο ειδικά σε περιπτώσεις που θα μπορούσαν παρορμητικά να επιχειρήσουν μια «μεγάλη» δήλωση. Οι δηλώσεις των ανθρώπων της συγκεκριμένης κατηγορίας, είναι λίγες, αλλά πολλαπλά ουσιαστικότερες από αυτές των ανθρώπων των δύο πρώτων κατηγοριών, γιατί γεννιούνται μέσα από έναν συνδυασμό συναισθήματος και λογικής. Μην ξεχνάμε ότι τα άτομα αυτά δεν επιθυμούν τη βιασύνη και δεν έχουν την ανάγκη να ορκιστούν ή να διαβεβαιώσουν κανέναν για τη συναισθηματική και νοητική τους κατάσταση. Παράλληλα όμως χαρίζουν απλόχερα τα συναισθήματα και τις σκέψεις τους και δε φοβούνται να μην πληγωθούν ή να μην αμφισβητηθούν αφού η λογική τους  ξέρει ότι κι αυτό είναι ένα ενδεχόμενο της ζωής.  Έτσι με γνώμονα πάντα τη λογική τους, ξέρουν πού βρίσκονται συναισθηματικά (ή που δεν βρίσκονται) και απλά περιμένουν την κατάλληλη στιγμή – αν και εφόσον υπάρξει με βάση την προσωπική τους διαίσθηση  –  για να ανακοινώσουν τα συναισθήματα αλλά και τη γνώμη τους στους άλλους.

Το άρθρο αυτό το γράφω επειδή πιστεύω ότι ανήκω τόσο στην πρώτη, όσο και στη δεύτερη κατηγορία, χωρίς όμως –το τονίζω – να πιστεύω ότι ανήκω ούτε κατά διάνοια στην τέταρτη κατηγορία. Αυτό θα σήμαινε πως είμαι σταθερή και ισορροπημένη, αλλά  ίσα-ίσα που μπαινοβγαίνω και είμαι πότε μέλος της μιας και πότε μέλος της άλλης κατηγορίας. Η μέση ακόμη δεν ξέρω που βρίσκεται, δεν σταματώ όμως να την ψάχνω. Γι’ αυτό αν θα ήθελα ν’ ανήκω κάπου, εντελώς «αλαζονικά», θα διάλεγα την τρίτη κατηγορία. Είναι που πιστεύω και ελπίζω ότι κάποιοι – λίγοι πάλι – ψιλο-συνειδητοποιημένοι άνθρωποι σ’ αυτό τον κόσμο αποτελούν την τρίτη κατηγορία – απ’ αυτούς ευτυχώς, γνώρισα μερικούς καλούς!  –  αυτή των ατόμων που παλεύουν να βρουν την ισορροπία τους και μέχρι στιγμής κάτι έχουν καταφέρει.

Όμως, ας υποθέσουμε το χειρότερο. Ας πιστέψουμε ότι δε θα καταφέρουμε ποτέ να βρούμε τη μέση, την ισορροπία, την επίγνωση και τον έλεγχο τόσο της σκληρής λογικής, όσο και του τρελού συναισθήματος. Αυτό που ρωτήθηκα σήμερα και με οδήγησε να γράψω το παρόν άρθρο ήταν: «Πες ότι έχεις να διαλέξεις ανάμεσα στην μακαριότητα της άγνοιας ή τον πόνο της επίγνωσης.  Τι θα διάλεγες;».

Η ερώτηση ήταν πολύ σοβαρή και δεν ήθελα ν’ απαντήσω κάτι τ’ οποίο και θα μετάνιωνα το επόμενο λεπτό. Μπορούσα να διαλέξω όποια από τις πρώτες δυο κατηγορίες ήθελα. Είχα τη δυνατότητα να ‘μαι παθιασμένη και πάντα σε αναζήτηση ενός καινούριου ενθουσιασμού ή ακραία λογική, συγκρατημένη και με την ψευδαίσθηση του ελέγχου. Ό,τι από τα δυο και αν επέλεγα, θα ήμουν τρομερά ικανοποιημένη, γιατί θα ζούσα με την ψευδαίσθηση ότι έτσι είναι η ζωή κι έτσι εγώ πρέπει να τη βιώνω. Άρα θα ήμουν μες την άγνοια μου ευτυχισμένη.

Απ’ την άλλη μεριά, υπήρχε η επιλογή της τρίτης κατηγορίας – η τέταρτη είπαμε, είναι για απειροελάχιστους –  στην οποία ανήκουν αυτοί που βασανίζονται μόνιμα, γιατί ξέρουν ότι δεν ανήκουν σε καμιά κατηγορία και ταυτόχρονα βρίσκουν κομμάτια τους σε όλες, αλλά πασχίζουν  πάντα για την τέταρτη. Ξέρουν όμως ότι η ζωή είναι δύσκολη, η ισορροπία σχεδόν ακατόρθωτη, όλα  βιώνονται με πόνο και μέσω αυτού γίνονται εντέλει αντιληπτά. Οπότε η τρίτη κατηγορία είναι ένα «μεταβατικό βασανιστήριο», που κάποιες φορές μάλιστα φαντάζει και εντελώς μάταιο. Δεν ανήκεις πουθενά κι εκεί που θες ν’ ανήκεις, δεν μπορείς ακόμη να πας!

Δεν θα το αρνηθώ. Λυπήθηκα όταν συνειδητοποίησα ότι οι περισσότεροι άνθρωποι γύρω μου διάλεγαν την μακαριότητα της άγνοιας. Δεν ήθελαν να ξέρουν, ήθελαν απλά να ζουν μες την ψευδαίσθηση τους, χωρίς πολλές ενοχλήσεις και εμπειρίες που θα μπορούσαν να είναι και αφυπνιστικές. Ήταν τρομακτικό και «θρασύτατο» από την άλλη, αυτό που ξεστόμισα εγώ: «Διαλέγω την επώδυνη επίγνωση. Θέλω να πονάω, αλλά να ξέρω».

Δίνοντας την τελική μου απάντηση τόνισα, ότι προτιμώ τη ζωή και το τέλος του Καρυωτάκη, παρά τη ζωή της Μαρίας Αντουανέτας (τα παραδείγματα ήταν περισσότερο αλληγορικά για να κατανοήσουν οι συνομιλητές μου τι εννοούσα). Προτιμώ να φτάσω σε τέτοιο αδιέξοδο και εντέλει ν’ αυτοκτονήσω κάτω από ένα δέντρο, επειδή θέλησα αλλά δεν μπόρεσα να φτάσω πνευματικά εκεί που ήθελα, νιώθοντας πως η ζωή είναι μια μεγάλη ματαιότητα,  παρά να ζω και να ξοδεύω περιουσίες σε φορέματα και καπέλα, να διασκεδάζω ανενόχλητη και χωρίς ουσιαστικές σκοτούρες, μένοντας στην πλήρη άγνοια (άρα και μακαριότητα) για το τι συμβαίνει στις ζωές των υπόλοιπων ανθρώπων, έχοντας ως μοναδική πεποίθηση ότι όλα γυρνάνε γύρω από ’μένα.

Τέλος πιστεύω πως για το ερώτημα που μου τέθηκε δεν υπάρχει πραγματικά σωστή απάντηση. Σε όποια από τις πρώτες τρεις κατηγορίες και να ανήκεις, εφόσον δεν ανήκεις στην τέταρτη, ακόμη δεν κατάφερες τίποτα ουσιαστικό. Απλά το μικρό, ασήμαντο ένστικτο μου, με παροτρύνει να παραμείνω για όσο περισσότερο γίνεται στα «βασανιστήρια» του μεταβατικού σταδίου, γιατί ίσως  έτσι να είναι πιο εύκολο το πέρασμα στην τέταρτη κατηγορία.

Όμως πέρα από το ένστικτο μου δεν έχω τίποτα άλλο, άρα και σίγουρη δεν μπορώ να είμαι. Εξάλλου, ο δρόμος που πρέπει ο καθένας ν’ ακολουθήσει για να βρει την ισορροπία  του είναι μοναδικός, όσο και άγνωστος. Αν δεν ήταν, μέχρι τώρα θα τον είχαν περπατήσει πολλοί!

Advertisements

4 σκέψεις σχετικά με το “Μακάρια άγνοια ή επώδυνη επίγνωση;

  1. Με άγγιξες με το κείμενό σου και σκεφτόμουν αρκετά σχόλια. Πιστεύω (τώρα) οτι η επίγνωση επιλέγει, δεν την επιλέγουμε, είναι τόσο θελκτική όσο και επώδυνη και καλά θα κάνουμε να την αγαπήσουμε ως στοιχείο της εξέλιξής μας. Είναι λυτρωτικό όταν πια δεν διαπραγματευόμαστε ούτε με τον εαυτό μας, αν και με τι θα την ανταλάσσαμε…

  2. Blondbrained

    Θέλω να σχολιάσω και δεν ξέρω πώς γιατί τα έχεις καλύψει όλα όσα προφανώς σκόπευες να καλύψεις… Το αφήνω λοιπόν επιμελώς ασχολίαστο… Ανέγγιχτο….

  3. Παράθεμα: Οκτώβριος | womaneveryday

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s