Πέντε Ελληνίδες «μιλούν» ολλανδικά

Τι συμβαίνει άραγε όταν πέντε Ελληνίδες βρίσκονται σε ξένο τόπο και αρχίζουν τις μπύρες και τις συζητήσεις; Μάλλον πάνω-κάτω αυτό που συνέβη χθες βράδυ.

Δύο εμείς – εγώ και η συγκάτοικος μου – και τρεις αυτές – επίσης συγκάτοικοι μεταξύ τους – μαζευτήκαμε στο υπέροχο διαμέρισμα τους από νωρίς το απόγευμα και φύγαμε τελικά δυο ώρες μετά τα μεσάνυχτα, όταν κάθε μια είχε ήδη χασμουρηθεί πάνω από τρεις φορές.

Το σπίτι τους βρίσκεται στον έκτο και τελευταίο όροφο ενός μεγάλου κτιρίου, πολύ κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό του Μάαστριχτ. Έχουν φανταστική θέα τόσο από την μπροστινή όσο και από την πισινή όψη του διαμερίσματος τους. Αργά το βράδυ που φεύγαμε βλέπαμε από τον εξωτερικό διάδρομο της οικοδομής το μισό Μάαστριχτ – το άλλο μισό ήταν ακριβώς από την αντίθετη μεριά.  Απλά φανταστείτε το: να βγαίνεις στην εξώπορτα σου η οποία βρίσκεται σ’ έναν  εξωτερικό, «μπαλκονάτο» διάδρομο μιας τεράστιας πολυκατοικίας και να βλέπεις την πόλη από ψηλά νύχτα – μέρα! Εντάξει, πολύ σωστά καταλάβατε: Ζ-ή-λ-ε-ψ-α-!

Προς Θεού, δεν λέω πως το δικό μας σπίτι και η δικιά μας η θέα είναι άσχημα, αλλά το σπίτι και η θέα που αντίκρισα χθες ήταν πραγματικά εντυπωσιακά!

Μέσα σ’ αυτό το διαμέρισμα με τη φοβερή θέα λοιπόν, καθίσαμε για ώρες και μιλήσαμε – παράλληλα πίναμε πότε μπύρες και πότε μαρτίνι – σχεδόν για τα πάντα. Για τη σχολή, τα μαθήματα (πρώτα και κύρια έρχονται πλέον αυτά), για το φοιτητικό παρελθόν μας στην Ελλάδα – αυτές Αθήνα, εμείς Θεσσαλονίκη-, για το πώς βλέπουμε τη ζωή στο Μάαστριχτ και για το πού εντοπίζουμε θετικά και αρνητικά εδώ σε σχέση με τον τρόπο ζωής που είχαμε όλες τόσα χρόνια στην Ελλάδα – εδώ ανέβηκαν οι τόνοι, ανάψανε τα αίματα και λογικό ήταν να υπάρξουν έντονες διαφωνίες.

Είναι το κλασικό του Έλληνα πιστεύω: είτε εντός είτε εκτός Ελλάδας, δεν μπορεί ν’ αποφασίσει αν αγαπάει ή αν μισεί τον τόπο του και φυσικά τον εαυτό του. Ίσως γιατί ένα τόσο διαρκές «αγαπόμισος», για οποιοδήποτε  εθνικό ζήτημα, να μην το βιώνει κανένας άλλος λαός τόσο έντονα στον κόσμο. Λες και είναι σχεδόν αναμενόμενο το να κάθονται δυο Έλληνες – στη χθεσινή περίπτωση πέντε Ελληνίδες – και να διαφωνούν για τα καλά και για τα κακά της ελληνικής κουλτούρας, χωρίς απαραίτητα να καταλήγουν και πουθενά. Αρκεί που γι’ ακόμη μια φορά επιβεβαιώνεται ο μύθος μας: «αγαπιόμαστε» τόσο πολύ – αλλιώς γιατί χαιρόμαστε κάθε φορά που βλέπουμε ή ακούμε κάτι ελληνικό σε μια ξένη χώρα; – και από την πολλή την «ελληνική» οικειότητα μεταξύ μας, είμαστε ικανοί να μαλώσουμε για ο,τιδήποτε αφορά και έχει να κάνει πάλι με την Ελλάδα! Τους Έλληνες τελικά αξίζει να τους μελετήσει η επιστήμη διεξοδικά – αν δεν το έχουν κάνει ήδη και δεν  έχουν ξεκινήσει ήδη πειράματα στου κασίδη το κεφάλι (όπου κασίδης, βλέπε Έλληνας!)

Μετά τη λήξη των διαφωνιών μας για ο,τιδήποτε ελληνικό, οι τόνοι πάλι επέστρεψαν σε φυσιολογικά επίπεδα. Είχε έρθει η ώρα να πούμε πού θα θέλαμε να είμαστε (πόλη, κράτος) και τι θα θέλαμε να κάνουμε επαγγελματικά σ’ ένα χρόνο. Κι εκεί συμβαίνει το κλασσικό που –δυστυχώς – μας το «έμαθε» καλά η Ελλάδα τόσα χρόνια: με ένα αγχωμένο ύφος – ευτυχώς όχι τόσο όσο θα είχαμε αν ζούσαμε ακόμα στην Ελλάδα! – λέγαμε πως ευχόμαστε το καλύτερο και πως μακάρι να βρεθεί εύκολα μια επαγγελματική και οικονομική λύση για όλες μας, ώστε να μη χρειαστεί να ξαναγυρίσουμε πίσω σ’ αυτή τη χώρα που τόσο αγαπάμε και που πλέον μας διώχνει με το χειρότερο τρόπο – σ’ αυτό όπως αναμενόταν συμφωνήσαμε όλες. Τι λυπηρό!

Για να διώξουμε όμως την πικρή γεύση, στη συνέχεια μπήκαμε στη διαδικασία να παραγγείλουμε πίτσες. Κι επειδή στις 10 παρά 10 που ξεκινήσαμε να καλούμε διάφορες πιτσαρίες, δεν υπήρχε κανένα μαγαζί ανοιχτό που θα μας έκανε τη χάρη να μας «ντελιβερήσει» (που λέει και ο Φιλιππίδης στη διαφήμιση) τις πίτσες, καταλήξαμε να καλέσουμε σ’ ένα ελληνικό εστιατόριο – τρομακτικά κοντά μας, ευτυχώς – που στην ιστοσελίδα του μας ενημέρωνε ότι παρέδιδε φαγητό κατ’ οίκον ως τα μεσάνυχτα. Και μετά αναρωτιόμαστε γιατί ώρες-ώρες μας λείπει τρομερά η Ελλάδα; Γιατί στο Μάαστριχτ μετά τις 10 μόνο το ελληνικό εστιατόριο ήταν ανοιχτό κι έκανε πίτσες! Να ζήσετε ρε πατριώτες και καλές δουλειές να έχετε – και οι πίτσες νοστιμότατες να πω εδώ!

Και μετά τις πίτσες σειρά είχε η συζήτηση περί προσωπικών και ερωτικών σχέσεων. Αρκεί να δώσω μόνο ένα στοιχείο: πέντε Ελληνίδες στο συγκεκριμένο μεταπτυχιακό. Και οι πέντε με σχέσεις εξ αποστάσεως! Μαντεύετε λοιπόν τι μπορεί να ειπώθηκε σε μια τέτοια συζήτηση μεταξύ γυναικών, οπότε καλύτερα να μην  μπω σε περαιτέρω λεπτομέρειες.

Το σκοτάδι έξω από τα παράθυρα και το κρύο μαζί είχαν γίνει πιο έντονα. Την προ-τελευταία φορά που κοίταξα το ρολόι μου ήταν 12 μισή περίπου. Εντέλει τα ποδήλατα μας τα πήραμε και φύγαμε στις 2 παρά είκοσι το πρωί. Δεν μπορώ να θυμηθώ τι συζητούσαμε ενδιάμεσα γιατί ήδη νύσταζα και είχα ψιλο-κρυώσει – αυτά τραβάς σε σπίτια καπνιστών που έχουν μονίμως ένα παράθυρο ανοιχτό για τον καπνό, κι εγώ η αντικαπνίστρια να ανατριχιάζω κάθε λίγο και λιγάκι αλλά να κάνω υπομονή!

Η ψύχρα βέβαια μες το σπίτι δεν ήταν τίποτα μπροστά σ’ αυτό που βιώσαμε πάνω στα ποδήλατα επιστρέφοντας στο σπίτι μας. Μέσα στα δεκαπέντε λεπτά που έπρεπε να κάνουμε πετάλι για να φτάσουμε στα ζεστά μας κρεβατάκια, καταφέραμε να παγώσουμε κανονικότατα και να μη νιώθουμε τα δάχτυλα των χεριών μας καθόλου! Δεν ήθελα να φανταστώ εκείνη τη στιγμή πώς θα ένιωθα αν δε φορούσα το μπουφάν μου! «Γαμώτο είναι ακόμη Σεπτέμβρης» έλεγα και ξανά έλεγα από μέσα μου, γιατί απ’ έξω μου ποιος θα μ’ άκουγε; Πέρα από τη συγκάτοικο μου που τουρτούριζε δίπλα μου προσπαθώντας να κάνει γρήγορα πετάλι, δεν κυκλοφορούσε ψυχή στους δρόμους! Όχι ανθρώπινη ψυχή, αλλά ούτε γάτα, ούτε σκύλος, ούτε κατσαρίδα φαντάζομαι. Δύο παρά δέκα τη νύχτα και έναν από τους μεγαλύτερους αυτοκινητόδρομους του Μάαστριχτ τον διασχίσαμε ανάποδα και φυσικά παράνομα – επειδή οι καλές σου θέλαμε να πάμε ακριβώς απ’ την άλλη μεριά – χωρίς να δούμε ούτε ίχνος από αυτοκίνητο ή οποιοδήποτε άλλο όχημα να αχνοφαίνεται έστω από κάπου μακριά! «Φυσικά» σκέφτηκα, «ποιος άλλος τρελός θα κυκλοφορούσε με τέτοιο κρύο τώρα στο Μάαστριχτ; Μόνο δύο παλαβές Ελληνίδες που τρώγανε πίτσες με τρεις άλλες παλαβές Ελληνίδες!».

Το πάπλωμα ήταν λύτρωση και η σημερινή εξαέρωση του καλοριφέρ στο δωμάτιο μου από τον σπιτονοικοκύρη μου σκέτη ανακούφιση! Τρομακτικό βεβαίως ότι θα χρησιμοποιήσω καλοριφέρ τέλη Σεπτεμβρίου, αλλά παράλληλα και απόλυτα αναγκαίο! «Θεέ μου, πού βρίσκομαι;», σκέφτομαι κάποιες μέρες. Και μετά βλέπω τον ήλιο έξω να λάμπει πάλι και σκέφτομαι πως ακόμη δεν μπορώ ν’ αποφασίσω τι πιστεύω για τον καιρό της Ολλανδίας! Μια μου κλαίει και μια μου γελάει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s