We bought a zoo

Ειλικρινά είναι απ’ αυτές τις ταινίες που δε σου γεμίζουν το μάτι. Βλέπεις το εξώφυλλο, διαβάζεις και τον τίτλο και λες «καμιά χαζομάρα θα είναι!». Παρατηρείς και τους ηθοποιούς (Ντέιμον, Γιόχανσον) στην αφίσα της ταινίας να χαμογελούν φαρδιά-πλατιά σαν τυπικοί Αμερικάνοι που χαίρονται επειδή τους έπαιξε σαξόφωνο ο Κλίντον (σόρρυ παιδιά αλλά ούτε οι ίδιοι οι Αμερικάνοι πιστεύουν για τον εαυτό τους ότι είναι έξυπνοι ή ότι έχουν χιούμορ), άρα γεμάτη προκατάληψη, εξ αρχής, αποφασίζω ότι δεν υπάρχει λόγος να υποστώ μια ακόμη αδιάφορη ταινία, εκτός αν υπάρξει κάποιο βράδυ στη ζωή μου που θα θέλω απελπισμένα να δω κάτι τελείως ανάλαφρο, έτσι ώστε να μην σκέφτομαι πολύ (σε όλους μας έχει συμβεί πιστεύω), οπότε ίσως και να έμπαινα στη διαδικασία να πω «ας πάει και το παλιάμπελο!».  

Μέχρι που τελικά συμβαίνει το κλασικό: βρίσκεται ένας φίλος, μετά μια άλλη φίλη και μετά ακόμη μια και ούτω καθεξής, που σου λένε ότι την είδαν και τους άρεσε. Και όχι απλά τους άρεσε, αλλά ευχαρίστως θα την ξανάβλεπαν. Και σε προτρέπουν να τη δεις κι εσύ. Κι τότε, επειδή άνθρωπος είσαι κι εσύ και δεν μπορείς να τα γνωρίζεις όλα και ούτε είναι σωστό να προδικάζεις χωρίς να έχεις δει πρώτα, αρχίζεις και σκέφτεσαι μήπως η γρήγορη – πρώτη εκτίμηση σου ήταν υπερβολικά γρήγορη! Κι επειδή είναι γνωστό ότι εμένα είναι να μη μου βάλουν την ιδέα, παίρνω την απόφαση μια μέρα και «κατεβάζω» την ταινία, σκεφτόμενη ότι θα τη δω με την πρώτη ευκαιρία.

Τελικά, ύστερα από 2-3 μήνες που την είχα και δεν την ακουμπούσα – γιατί, μεταξύ μας, συνέχιζα να πιστεύω ότι είναι χαζομάρα! – και μετά από μερικές ανόητες αναβολές του τύπου «σήμερα έχω ψώνια, αύριο έχω να βάλω σίδερο», εντέλει βόλεψε να τη δω χθες το βράδυ.

Και το πρώτο μου βασικό σχόλιο είναι ότι τελικά οι «αμερικανιές» μπορούν να είναι καλογυρισμένες, με όμορφες εικόνες, πολύ ευχάριστη μουσική, μ’ ενδιαφέρον σενάριο και με ιστορία που θα έχει νόημα άνω του μετρίου. Τουλάχιστον, η συγκεκριμένη ταινία έτσι μου φάνηκε.

Ο Ντέιμον για ‘μένα είναι πολύ μεγάλος ηθοποιός. Τον θυμάμαι στον «Ταλαντούχο κύριο Ριπλέι» κι ακόμη ανατριχιάζω! Βέβαια, αυτή η ταινία καμία σχέση, καθώς πρόκειται για μια αρκετά ανάλαφρη ιστορία, κατάλληλη για όλη την οικογένεια. Κι όμως ο Ντέιμον παίζει καλά αποδεικνύοντας πως και χωρίς τρελό σενάριο, μπορεί να παίξει φυσικά και «γεμάτα» έναν ρόλο. Η Γιόχανσον από την άλλη, υποκριτικά δεν ξέρω πως ήταν, γιατί  πολλές φορές νιώθω ότι επαναλαμβάνεται, αλλά θα τις δώσω 2 αστεράκια επειδή σ’ αυτή την ταινία δε γδύθηκε (κακιά συνήθεια κι αυτή!) και επειδή δεν έπαιξε την ωραία γκόμενα, αλλά μια απλή εργάτρια ζωολογικού κήπου! Good job, Scarlett!

Στην πραγματικότητα βέβαια, οι πρωταγωνιστές αυτής της ταινίας είναι τα άγρια ζώα, τα οποία υποτίθεται ότι πρέπει να επιβιώσουν και τελικά σώζονται από τους προαναφερθέντες ηθοποιούς. Η ταινία περνάει ωραία φιλοζωικά και οικολογικά μηνύματα, οπότε ενισχύεται και η υπάρχουσα άποψη μου για το καλούτσικο νόημα της.

Βασικά, χωρίς να είναι κανένα αριστούργημα, είναι πραγματικά όμορφη και αξίζει – εντέλει – να τη δεις κάποιο βράδυ χαλαρά, όταν δε θα θέλεις να σκέφτεσαι πολύ και δεν το λέω καθόλου υποτιμητικά πλέον! Ξέχασα ν’ αναφέρω ότι βασίζεται σε αληθινά γεγονότα, οπότε της δίνω μισό αστεράκι ακόμα, καθώς μια τέτοια πραγματική ιστορία είναι αδιαμφισβήτητα συγκινητική.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s